Showing posts with label films of 2011-2012. Show all posts
Showing posts with label films of 2011-2012. Show all posts

Tuesday, February 28, 2012

Hugo- Martin Scorsese


 Μέσα στο γενικό κλίμα της νοσταλγίας του κινηματογραφικού παρελθόντος που εγκαινίασε την κινηματογραφική αυτή σεζόν ο Michel Hazanavicius με το The Artist συνεχίζει ο γνωστός Martin Scorsese με το Hugo. Αν και η αναφορά στο κινηματογραφικό παρελθόν είναι κοινή στα δύο έργα η εποχή στην οποία αναφέρονται και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν το θέμα τους είναι εντελώς διαφορετικός… ή μήπως κατά βάθος δεν είναι;
Η υπόθεση:
Ο Hugo είναι ένα μικρό αγόρι που ζει ανάμεσα στους τοίχους ενός σιδηροδρομικού σταθμού του Παρισιού κουρδίζοντας τα ρολόγια του σταθμού. Έχει μανία με τις μηχανές και προσπαθεί εναγωνίως να επισκευάσει ένα αυτόματο που είχε βρει ο πατέρας του στην αποθήκη του μουσείου. Ο πατέρας του έχει σκοτωθεί σε μια πυρκαγιά στο μουσείο και ο Hugo βλέπει το αυτόματο αυτό σαν μια γέφυρα επικοινωνίας με τον πατέρα του. Μια μέρα ο παιχνιδοπώλης του σταθμού τον συλλαμβάνει να κλέβει από το μαγαζί του και του αποσπά το σημειωματάριο του με τις σημειώσεις του πατέρα του πάνω στο αυτόματο. Σε αντάλλαγμα για σημειωματάριο του ο Hugo αρχίζει να δουλεύει για τον παιχνιδοποιό.  Μέσω αυτού γνωρίζει την εγγονή του η οποία έχει ένα κλειδί το οποίο ταιριάζει τέλεια στο αυτόματο του Hugo. Όταν τα παιδιά επιδιορθώνουν το αυτόματο εκείνο ζωγραφίζει μια εικόνα από την ταινία του George Melies «Ταξίδι στο Φεγγάρι». Σύντομα αποδεικνύεται ότι ο παιχνιδοπώλης είναι ο διάσημος σκηνοθέτης που πικραμένος από την οικονομική του αποτυχία στο χώρο του κινηματογράφου έχει αποσυρθεί και αρνείται να μιλήσει για τις ταινίες και το παρελθόν του. Ο Hugo βλέπει τον George Melies σαν ένα άνθρωπο που χρειάζεται «επισκευή» και αποφασίζει να τον βοηθήσει να αισθανθεί καλύτερα. Τον συστήνει σε ένα ερευνητή του κινηματογράφου που είναι μεγάλος θαυμαστής του και προσπαθεί να του επιστρέψει ένα από τα δημιουργήματά του, το αυτόματο. Στην προσπάθεια του αυτή όμως πρέπει να διαφύγει του αστυφύλακα που τον αναζητά για να τον στείλει στο ορφανοτροφείο. Το αυτόματο καταστρέφεται για άλλη μια φορά αλλά ο George Melies αναθαρρεύει και θεραπεύεται απολαμβάνοντας τη φήμη και τον θαυμασμό των σινεφίλ οπαδών του. Το θαύμα πραγματοποιείται και ο Hugo βρίσκει μια νέα οικογένεια καθώς υιοθετείται από τον George Melies.
Και στο έργο αυτό όπως και στο The Artist η υπόθεση του έργου είναι ένα απλοϊκό σχετικά παραμύθι που χρησιμοποιείται ως προκάλυμμα ώστε το έργο να μπορεί να διηγηθεί την ιστορία του George Melies, του πατέρα του φανταστικού κινηματογράφου. Όλα τα μοτίβα της υπόθεσης  είναι ήδη γνωστά και οικεία, σχεδόν μια σύμβαση: Το ορφανό αλλά προικισμένο παιδί που αναζητεί μια μνήμη και σύνδεση με τον πατέρα του και μέσω αυτής τελικά βρίσκει το δρόμο του προς μία νέα οικογένεια που τον εκτιμά και τον αγαπά. Στις προσπάθειες του, υπάρχει η έννοια της περιπέτειας, των εμποδίων και της αναζήτησης αλλά και ο ελλοχεύων κίνδυνος να συλληφθεί να οδηγηθεί σε ένα «σκληρό» ορφανοτροφείο. Τον κίνδυνο αυτό, εδώ αντιπροσωπεύει ο αστυφύλακας του σταθμού, τον οποίο ο Hugo προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει.
Το παιδικό αυτό παραμύθι ντύνεται  με τη μορφή που του ταιριάζει. Φαντασμαγορική και ρομαντική ατμόσφαιρα τυλίγει το Παρίσι αλλά και τον σιδηροδρομικό αυτό σταθμό. Χρυσόσκονη πάλλεται στον αέρα, ρομαντικό ακορντεόν αντηχεί, πλούσια κορεσμένα χρώματα και δραματικές φωτοσκιάσεις χαρακτηρίζουν κάθε σκηνή. Ο χώρος μπορεί να είναι πραγματικός, δίνεται όμως ως μαγικός τόπος όπως ίσως να φαινόταν μέσα από μάτια ενός παιδιού. Ο Hugo, άλλωστε, παρακολουθεί τα τεκταινόμενα του σταθμού κρυμμένος πίσω από τα ρολόγια του, σαν να βλέπει ένα κινηματογραφικό έργο. Γνωρίζει καλά τα σκηνικά αλλά και τους πρωταγωνιστές και με ενδιαφέρον βλέπει τις σχέσεις του αστυφύλακα με την ανθοπώλισσα, την κυρία του καφέ με τον ηλικιωμένο κύριο και τους άλλους εργαζόμενους του σταθμού. Αυτές οι μικρές λεπτομέρειες του σεναρίου που δεν έχουν καμία σχέση με την εξέλιξη του κεντρικού κορμού της ιστορίας είναι τα στοιχεία που γοητεύουν και εξυψώνουν την ιστορία πέρα από ένα μπανάλ παραμύθι.
Ο Martin Scorsese είναι αναμφίβολα ένας σκηνοθέτης με έξοχο παρελθόν. Έχει τη μοναδική ικανότητα να περνάει από είδος σε είδος εκτελώντας πάντοτε το έργο με καταπληκτική αρτιότητα και με μια επίμονη τελειότητα. Οι εικόνες του είναι άψογες. Οι όμορφες εικόνες δεν σημαίνει πάντοτε ότι έχουν ψυχή, γιατί ακόμα και η ομορφιά πρέπει να έχει λόγο, πρέπει να υποστηρίζει μια ιδέα ώστε να μην είναι κίβδηλη.
Και στο Hugo η υπερβολική γλυκύτητα και η βεβιασμένη σχεδόν μαγική ατμόσφαιρα δεν θα μπορούσε να είναι εύκολα ανεκτή εάν δεν έκρυβε πίσω της μια ενδιαφέρουσα ιδέα. Όπως το The Artist χρησιμοποίει την ασπρόμαυρη εικόνα και την έλλειψη ή προσθήκη- ανά περιπτώσεις- ήχου για να αφηγηθεί το πέρασμα του κινηματογράφου στην ηχητική περίοδό του, έτσι και το Hugo αξιοποιεί όλα τα νέα τεχνολογικά εφέ, την επεξεργασία του υπολογιστή, το 3D κ.α. για να αφηγηθεί την ιστορία του πρώτου κινηματογραφιστή, που επιχείρησε μέσω μερικών απλών εφέ, που ο ίδιος επινόησε, να αφηγηθεί όχι τις καθημερινές ιστορίες της εποχής του, αλλά τα όνειρα. Ο George Melies, μάγος κατά το επάγγελμα, είδε στην κινηματογραφική τέχνη τη δυνατότητα της δημιουργίας μιας αληθοφανούς ψευδαίσθησης σε αντίθεση με τους ονομαζόμενους εφευρέτες του κινηματογράφου, τους αδελφούς Lumiere, που ήθελαν να εκπλήξουν το πλήθος με μια πειστική αναπαράσταση της πραγματικότητας. Μπορεί στην εποχή του να μην υπήρχαν οι υπολογιστές, αλλά τα απλά εφέ που χρησιμοποίησε είχαν τον ίδιο στόχο: τη δημιουργία μιας φανταστικής πραγματικότητας. Είναι ταιριαστό, λοιπόν, ο Scorsese να χρησιμοποιεί τα πιο εξελιγμένα εφέ της εποχής του για να διηγηθεί την ιστορία του επινοητή των κινηματογραφικών εφέ. Και είναι πρέπον να υμνείται ο George Melies γιατί  είναι ο πατέρας του φανταστικού, και εμπνευστής σκηνοθετών όπως ο παλιός Spielberg, ο Tim Burton, ο Terry Gilliam και τόσο άλλων που υπηρετούν το κινηματογραφικό αυτό είδος με τόσους πολλούς και ενδιαφέροντα διαφορετικούς τρόπους. Και εάν κάποιος νομίζει ότι η φαντασία έχει μικρότερη αξία ή ότι είναι λιγότερη αληθινή από την πραγματικότητα γελιέται οικτρά.

Wednesday, February 15, 2012

Οι Απόγονοι (The descendants) -Alexander Payne


Ο ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτης  Alexander Payne ( Πλαγίως-2004 και Σχετικά με τον Σκμίτ-2002 ) δημιουργεί ένα ακόμα έργo για τις ανθρώπινες σχέσεις και την οικογένεια που ισορροπεί αριστουργηματικά ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία.

Η υπόθεση: ο ήρωας Ματ είναι ο απόγονος μιας από τις παλιότερες και πλουσιότερες οικογένειες της Χαβάης. Διαχειρίζεται μια τεράστια έκταση παρθένας γης σε ένα από τα νησιά που όλοι σχεδόν οι συγγενείς του του ζητούν να πουλήσει σε ξενοδοχειακό όμιλο. Ο ίδιος αν και  εύπορος ζει με μετρημένα με την αποξενωμένη γυναίκα του, τη μικρή άγνωστη γι’ αυτό κόρη του και τη μεγαλύτερη κόρη του. Ξαφνικά η γυναίκα του έχει ένα ατύχημα που την αφήνει σε κώμα από το οποίο οι γιατροί τον πληροφορούν ότι δεν θα συνέλθει. Ο Μάτ συγκεντρώνει τις κόρες του προσπαθώντας να δημιουργήσει σχέσεις μαζί τους και να τις πληροφορήσει για τον επικείμενο θάνατο της γυναίκας του. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο όταν η μεγαλύτερη κόρη του του λέει ότι η γυναίκα του είχε εραστή. Παγιδευμένος ανάμεσα στη μετάνοια και την οργή προς τη γυναίκα του και τη λύπη για τον θάνατό της αποφασίζει να βρει τον εραστή της και να τον πληροφορήσει για τον θάνατό της δίνοντάς του την ευκαιρία να την αποχαιρετήσει. Οι κόρες του και ένας φίλος τους τον συντροφεύουν στην αναζήτηση του και στο ταξίδι του αυτό. Χάρη σε αυτό το ταξίδι κατορθώνει να χτίσει ξανά τις σχέσεις του με τα παιδιά του και να επανεκτιμήσει την αξία της οικογένειας, της συνέχειας και κατά συνέπεια της κληρονομίας του αρνούμενος να πουλήσει τη γη που διαχειρίζεται.


Οι Απόγονοι στηρίζεται σε ένα αρκετά κοινό σενάριο το  οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει περίφημα ως ένα δακρύβρεχτο μελόδραμα. Αυτό που το σώζει είναι η σκηνοθεσία του και χαρισματικές ερμηνείες κυρίως του Clooney στον πρωταγωνιστικό ρόλο αλλά και των υπόλοιπων ηθοποιών. Ο  Clooney εδώ πραγματοποιεί μια από τις καλύτερες ερμηνείες του σε ένα ρόλο που είναι ταυτόχρονα αβανταδόρικος και πολύ δύσκολος. Ο Ματ διακατέχεται διαρκώς από ένα καταιγισμό συχνά αντικρουόμενων συναισθημάτων. Τα συναισθήματα αυτά όμως σπάνια σπάνε την ήρεμη επιφάνεια ενός χαρακτήρα που σε όλη την ζωή του έχει διδαχθεί  να λειτουργεί με μετριοπάθεια και να είναι α αποστασιοποιημένος. Ο Clooney λοιπόν όφειλε να μεταφέρει όλα αυτά τα συναισθήματα και να παραμένει πειστικός στην οδύνη, στη λύπη, στην οργή και στη ζήλια μέσα από σπάνιες εκρήξεις (που ίσως να ήταν και το πιο εύκολο μέρος τη δουλειάς του) και από ήρεμες εκφράσεις και συγκρατημένες κινήσεις. Αυτό όμως που κάνει τον ήρωα του Clooney πιο αγαπητό στο κοινό είναι η καταφανής αμηχανία και αδεξιότητα που τον διακατέχει απέναντι στα παιδιά του αλλά και στην κατάσταση που αντιμετωπίζει και νομίζω ότι η παρουσίαση αυτών των χαρακτηριστικών είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του ηθοποιού εδώ.
Αν και το έργο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη ερμηνευτική δεινότητα του πρωταγωνιστή του θα ήταν άδικο να μην σημειωθεί η εκπληκτική δουλειά που κάνουν οι Shailene Woodley, Amara Miller και Nick Krause παρά το νεαρό της ηλικίας τους στους ρόλους των παιδιών. Επειδή οι ερμηνείες τους είναι πειστικές και οι χαρακτήρες τους απολαυστικοί οι θεατές μπορούν να παρασυρθούν από το σχετικά απλό αυτό έργο.
Το σκηνοθετικά άγγιγμα του Alexander Payne είναι ελάχιστα εμφανές. Δεν υπάρχουν εφέ, δεξιοτεχνικοί χειρισμοί της κάμερας και ευρεσιτεχνίες.  Η έλλειψη αυτών των στοιχείων, όμως δεν θα πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Alexander Payne δεν είναι ένας ιδιαίτερος σκηνοθέτης. Επιλέγει να μην κάνει την παρουσία του ως σκηνοθέτη αισθητή ακολουθώντας το πρότυπο πολλών σκηνοθετών από το κλασσικό Hollywood που επιχειρούσαν να κάνουν τον θεατή να ξεχάσει το γεγονός ότι η ταινία είναι όντως σκηνοθετημένη. Στόχος του εδώ είναι ο θεατής να ξεχνάει την παρουσία της κάμερα και το έργο να «τρέχει» όσο πιο φυσικά γίνεται. Η περίφημη, όμως, ισορροπία που παρουσιάζει το έργο αυτό ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία είναι δικό του επίτευγμα και ως σκηνοθέτη και ως σεναριογράφου και θα επιχειρούσα μάλιστα να πω ότι αποτελεί και τη προσωπική του σφραγίδα ως auteur (σκηνοθέτης –δημιουργός= ο όρος έρχεται από τη γαλλική θεωρία κριτικής κινηματογράφου). Κάθε φορά που το έργο κινδυνεύει να πέσει στη παγίδα του μελοδράματος μια κωμική σκηνή σώζει την κατάσταση, χωρίς όμως αυτό να γίνεται βεβιασμένα και χωρίς να φαίνεται μη φυσιολογικό, μη πιστευτό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σκηνή όπου ο Μάτ πληροφορείται από την κόρη του ότι η γυναίκα του είχε εραστή. Συγκλονισμένος από την αποκάλυψη βρίσκει μια δικαιολογία και αρχίζει να τρέχει στο δρόμο για να πάει δύο στενά πιο κάτω και να ρωτήσει περισσότερες πληροφορίες από τους γείτονες και στενούς φίλους τους. Η κωμική σχεδόν σουρεαλιστική διάσταση του έργου είναι ίσως και ένα από τα πιο ρεαλιστικά του στοιχεία. Και εάν αυτό σας φαίνεται αντιφατικό σκεφτείτε πόσο συχνά στη ζωή μέσα σε στιγμές πόνου τα γεγονότα παίρνουν μια παράδοξη τροπή, και πόσο συχνά το κλάμα πηγαίνει μαζί με το γέλιο.

Στο σύμπαν του Alexander Payne οι οικογένειες και οι σχέσεις μπορεί να δυσλειτουργικές, ελαττωματικές ή ακόμα και λίγο υστερικές αλλά πάντοτε αποδεικνύονται πάρα πολύ σημαντικές. Σε μεγάλο βαθμό προσδιορίζουν την ταυτότητα των ηρώων του και τον βοηθούν να συνειδητοποιήσει που ανήκει και να βρει τη θέση του στον κόσμο. Δεν ξέρω εάν με επηρεάζει το γεγονός ότι η καταγωγή του Alexander Payne είναι ελληνική αλλά νομίζω ότι η κουλτούρα των έργων του είναι περισσότερο μεσογειακή παρά Αμερικάνικη.

Tuesday, January 31, 2012

Οι Υπηρέτριες (The Help)- Tate Taylor


O Tate Taylor είναι ένας ηθοποιός, που σχετικά πρόσφατα πέρασε στο στίβο της σκηνοθεσίας. Το έργο του αυτό-ω μπορεί να πει κανείς -ότι είναι η πρώτη του σχετικά επιτυχημένη προσπάθεια στο χώρο αυτό. Τουλάχιστον έτσι φαίνεται, καθώς ο θεσμός των Όσκαρ χάρισε στην ταινία του τρεις σημαντικές υποψηφιότητες: για καλύτερη ταινία και για καλύτερη γυναικεία ερμηνεία σε πρώτο και δεύτερο ρόλο.


Η υπόθεση: Η πρωταγωνίστρια, Skeeter, είναι μια νεαρή που επιστρέφει στο σπίτι της, τον Αμερικάνικο Νότο, ύστερα από τις σπουδές της, τη δεκαετία του ’60. Βρίσκει δουλειά στην τοπική εφημερίδα, αναλαμβάνοντας τη στήλη με τις συμβουλές για την καθαριότητα. Μην έχοντας ποτέ κάνει δουλείες σπιτιού μόνη της, ως τέκνο καλής οικογενείας του νότου, στρέφεται στο υπηρετικό προσωπικό των φίλων της που αποτελείται από έγχρωμες γυναίκες για να ζητήσει τη συνδρομή τους. Σταδιακά συνειδητοποιεί τον έντονο ρατσισμό στον οποίο υπόκεινται οι γυναίκες αυτές και προσπαθεί να τις πείσει να της δώσουν μια σειρά συνεντεύξεων που θα αποτελέσουν τον πυρήνα του βιβλίου που θα γράψει επί του θέματος. Αν και αρχικά οι υπηρέτριες είναι διστακτικές τελικά πείθονται να μιλήσουν και το βιβλίο δημοσιεύεται με μια σχετική επιτυχία. Γρήγορα όμως, οι συνωμότριες πρέπει να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες. Κάποιες από αυτές χάνουν τη δουλειά τους ενώ το φλερτ της  Skeeter την εγκαταλείπει καθώς θεωρεί ότι δεν συμπεριφέρεται σαν μια καλή δεσποινίδα του νότου. Παρά ταύτα το βιβλίο τους είναι το σημάδι της αλλαγής των νοοτροπιών και των συνθηκών στον τόπο των πρωταγωνιστών.
Η ταινία εξελίσσεται στην Αμερική του ’60 που αν και η επίσημη δουλεία έχει καταργηθεί και τα δικαιώματα των μαύρων έχουν σε μεγάλο βαθμό νομικά κατοχυρωθεί,  ο ρατσισμός κατά των έγχρωμων εξακολουθεί να ισχύει κυρίως στην Αμερικάνικη επαρχία. Αν και οι φυλετικές διακρίσεις είναι το κύριο θέμα του έργου, δεν περιορίζεται μονάχα σε αυτές , καθώς παρουσιάζει μια κοινωνία άκρως συντηρητική. Σε αυτό τον κόσμο οι γυναίκες έχουν μεγάλη δύναμη μόνο εάν υπηρετούν σωστά το ρόλο που τους έχει δοθεί ως σύζυγοι, νοικοκυρές και μητέρες. Έτσι η μορφωμένη Skeeter που επιθυμεί να δουλέψει αποτελεί μια παρατυπία η οποία γίνεται αποδεκτή καθώς όλοι πιστεύουν ότι σύντομα θα σοβαρευτεί και θα παντρευτεί. Αντίστοιχα μια από τις πιο ταλαντούχες και δυνατές έγχρωμες υπηρέτριες ξυλοκοπείται συστηματικά από τον άνδρα της καθώς χάνει τη δουλειά της.  
Ο Tate Taylor παρουσιάζει μια κοινωνία υποκρισίας, ψέματος, συντηρητισμού και πουριτανισμού με παστέλ χρώματα, αθώο χιούμορ και αφελή αισιοδοξία. Αν και οι συνθήκες που περιγράφει στην ουσία είναι πολύ άσχημες κατορθώνει να κρατήσει μια σχεδόν παράταιρη ευχάριστη ατμόσφαιρά. Δύο φορές στο έργο ακούγεται ότι κάποιος πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε (πληροφορούμαστε ότι δολοφονήθηκε ένας μαύρος στο δρόμο και τη δολοφονία του Κένεντι από ην τηλεόραση). Τα γεγονότα αυτά, όμως, μένουν στο περιθώριο της αφήγησης και μακριά από τα μάτια των θεατών. Το χειρότερο που συμβαίνει στην ταινία δεν είναι τίποτα άλλο από «εφηβικές» φάρσες. Η δε «Κακιά» παρουσιάζεται περισσότερο σαν τη σνομπ κοπέλα των σχολείων των αμερικάνικων τηλεοπτικών σειρών παρά σαν μια ενήλικη που μπορεί πραγματικά να επιχειρηματολογήσει πάνω στις ρατσιστικές απόψεις τις και να πράξει κάτι το ουσιαστικό πάνω σε αυτές. Με τον τρόπο αυτό το κοινό κρατιέται μακριά από τις κακοτοπιές που θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνουν προβληματισμό και φόβο για ένα πρόβλημα που σε πολλές περιοχές του κόσμου γενικότερα αλλά και της Αμερικής δεν έχει εκλείψει.
Το  Οι Υπηρέτριες, κατά μια έννοια, είναι μια κλασική Οσκαρική επιλογή. Διαθέτει ένα ενδιαφέρων σενάριο το οποίο όμως δεν είναι ενήλικο και ώριμο, μια αξιοπρεπή αλλά όχι αξιοπρόσεκτη σκηνοθεσία, καλές ερμηνείες και προπάντων  ένα μήνυμα καθαρό, αισιόδοξο και διόλου αμφιλεγόμενο. Ένα τέτοιο έργο αγγίζει το μέσο όρο και μπορεί να είναι αποδεκτό από όλους. Δεν κατορθώνει, ωστόσο, να εμπνεύσει και να συγκινήσει πραγματικά το κοινό του.


Σημείωση: Με αφορμή τα Όσκαρ

Thursday, January 26, 2012

Το λιμάνι της Χάβρης (Le Havre)- Aki Kaourismaki


Αν και ο Φιλανδός Καουρισμάκι είναι ένας σκηνοθέτης με αρκετές ταινίες στο βιογραφικό του στην Ελλάδα έγινε γνωστός κυρίως με το Ο άνθρωπος χωρίς Παρελθόν του 2002, όπου παρουσίασε τη χαμηλότερη κοινωνική τάξη της Β. Ευρώπης, τους ανθρώπους που ζουν σχεδόν έξω από το κοινωνικό σύστημα των οργανωμένων αυτών χωρών. Ανάλογο θέμα αλλά και ατμόσφαιρά έχει η φετινή του ταινία, το Λιμάνι της Χάβρης. Σήμερα όμως υπό τις νέες συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα η ταινία αυτή αποδεικνύεται πιο εύστοχη και πιο επίκαιρη.
Η υπόθεση: Ο ήρωας Marcel Marx είναι ένας ηλικιωμένος άνδρας που δουλεύει ως λούστρος στους δρόμους και ζει με την γυναίκα του σε μια φτωχική συνοικία της Χάβρης. Ένα βράδυ η γυναίκα του αρρωσταίνει και όταν πηγαίνει στο νοσοκομείο της λένε ότι έχει καρκίνο και λίγες πιθανότητες να επιβιώσει. Εκείνη κρύβει το γεγονός από τον άνδρα της και του ζητάει να μην την επισκέπτεται ώστε να μπορέσει να συγκεντρωθεί στην θεραπεία της. Ο Marcel τριγυρνάει στους δρόμους της πόλη δουλεύοντας, όταν συναντά ένα μικρό αγόρι λαθρομετανάστη που τον κυνηγάει η Γαλλική αστυνομία. Ο Marcel τον περιθάλπει και προσπαθεί να βρει την οικογένειά του. Σύντομα μαθαίνει ότι η μητέρα του μικρού ζει και δουλεύει στο Λονδίνο. Ενώ η αστυνομία αρχίζει να τον υποπτεύεται, ο Marcel συνωμοτεί με την υπόλοιπη γειτονιά, ώστε να μαζέψει χρήματα και να πληρώσει τους ναυτικούς που λαθραία θα οδηγήσουν το παιδί στην Αγγλία. Με τη βοήθεια ενός αστυνομικού που αρνείται να καταδιώξει ένα αθώο αγόρι και που καλύπτει τον Marcel, το σχέδιο στέφεται με επιτυχία και το παιδί αναχωρεί για την Αγγλία. Ο Marcel επισκέπτεται στο νοσοκομείο τη γυναίκα του όπου οι γιατροί του λένε ότι από θαύμα η γυναίκα του έχει θεραπευτεί. Μαζί γυρνάνε σπίτι.
Ο Καουρισμάκι μαζεύει μια ομάδα ηθοποιών που αν και δεν έχουν την ομορφιά και τη λάμψη των αστέρων του Hollywood έχουν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Τα πρόσωπά τους φθαρμένα και ηλικιωμένα τραβούν αμέσως το βλέμμα του θεατή καθώς μοιάζουν οικεία και είναι τόσο συμπαθητικά. Πίσω από αυτά τα πρόσωπα κρύβεται μια ομάδα ηθοποιών με μεγάλο παρελθόν και πείρα και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κατορθώνουν να δώσουν βάθος και υπόσταση σε χαρακτήρες που δεν διαθέτουν μεγάλο κινηματογραφικό χρόνο. Φυσικά, τα πρωτεία πάνε στον πρωταγωνιστή André Wilms ο οποίος στηρίζει αυτή των χαμηλών τόνων ταινία με τον τρόπο που ερμηνεύει την φτωχική αλλά και άκρως φιλοσοφημένη φιγούρα του Marcel. Αντίστοιχα εύσημα πρέπει να αποδοθούν στην Kati Outinen που παίζει τη γυναίκα του ήρωα την Arletti, καθώς χωρίς σχεδόν καθόλου λόγια και με πολύ μικρές εκφράσεις μεταδίδει τον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο της ηρωίδας. Ο μικρός Αφρικανός παίζεται από ένα νεόκοπο ηθοποιό, τον Blondin Miguel. Αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για τον πρώτο του ρόλο η ερμηνεία του είναι ικανοποιητική. Επισκιάζεται, όμως, από τις ερμηνείες των παλαιότερων.
Και σε αυτό το έργο όπως και στο ο Άνθρωπος χωρίς παρελθόν οι ήρωες του Καουρισμάκι είναι οι φτωχοί. Η φτώχια, όμως, δεν σημαίνει εξαθλίωση και απελπισία. Αντίθετα, συνδυάζεται με την αίσθηση της προσωπική υπερηφάνειας, της ατομικής αξιοπρέπειας και με συναισθήματα άπειρης ανθρωπιάς και συντροφικότητας. Ο Marcel μπορεί να είναι ένας λούστρος. Κάνει, όμως περήφανα τη δουλειά, κάνοντας την σωστά. Αν και φτωχός δεν παύει να έχει ένα σωρό από μικρές πηγές ευχαρίστησης που ομορφαίνουν την ζωή του: τη συντροφιά και το δείπνο με τη γυναίκα του, τους περιπάτους την πόλη με το σκύλο του, ένα απλό κολατσιό σε ένα μικρό και φτηνό μαγαζί και ένα βραδινό ποτήρι κρασί στο μπαρ με φίλους και γείτονες. Δεν φαίνεται να στερείται κάτι επειδή δεν έχει χρήματα και όταν έρθει η ώρα δεν θα διστάσει καθόλου να δώσει όσα έχει για να βοηθήσει κάποιον άλλο. Στο ίδιο κλίμα λειτουργούν και οι υπόλοιποι φτωχοί γείτονες ώστε ο Marcel να μην είναι η εξαίρεση, ο Ήρωας, αλλά ένας απλός άνθρωπος σαν όλους τους άλλους.
Μουντοί φωτισμοί, παλαιά και φθαρμένα εσωτερικά σπιτιών  και κτιρίων εντείνουν την αίσθηση της φτώχιας και της παρακμής. Παρά ταύτα ο σκηνοθέτης επιλέγει να τα παρουσιάσει με μια ρομαντική διάθεση και νοσταλγία. Έτσι, τα λεωφορεία και τα αυτοκίνητα του έργου είναι τα όμορφα μηχανοκίνητα παλαιότερων δεκαετιών που σήμερα μάλλον ανήκουν σε κάποια λέσχη κλασικού αυτοκινήτου και επιστρατεύτηκαν ειδικά για την ταινία. Οι καναπέδες στο μπαρ είναι σκεπασμένοι με κόκκινο βινύλιο. Οι τοίχοι στο σπίτι είναι βαμμένοι με το μπλε στης δεκαετίας του ’50. Το φόρεμα της Arletti, κίτρινο με λουλουδάκια και φουσκωτά μανίκια μοιάζει επίσης να έχει βγει από τη δεκαετία αυτή. Η ταινία όμως αναφέρεται στη σύγχρονη εποχή, στο παρόν, μια και τα χρήματα στα οποία συναλλάσσονται οι χαρακτήρες είναι τα ευρώ. Όλα αυτά τα αντικείμενα των άλλων δεκαετιών δίνουν την αίσθηση του φτωχικού, του παλαιού και του πολύ-χρησιμοποιημένου μεταφέροντας όμως ταυτόχρονα μια όμορφη ρομαντική εικόνα και όχι μια εικόνα εξαθλίωσης.
Ο Καουρισμάκι αποδεικνύει λοιπόν το χάρισμά του στη σκηνοθεσία ακριβώς χάρη σε αυτό το mise en scène (γαλλικός κινηματογραφικός όρος που περικλείει οτιδήποτε τοποθετείται μπροστά από την κάμερα: φωτισμός, αντικείμενα, κουστούμια, σκηνικά, ηθοποιοί κ.τ.λ τα οποία δημιουργούν την εικαστική ατμόσφαιρα της ταινίας), το οποίο δίνει μια αίσθηση μαγείας και αισιοδοξίας σε μια ιστορία που κανονικά θα ήταν μια θλιβερή πραγματικότητα.
Σκηνοθετικά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η πρώτη σκηνή του έργου όπου ο Marcel και ο συνάδελφός του Chang κοιτάνε τα παπούτσια των περαστικών. Καθώς το πλάνο επικεντρώνεται στα πόδια και στα παπούτσια όσων περνούν ο θεατής αναρωτιέται γιατί βλέπει αυτή την εικόνα. Μόνο λίγο αργότερα συνειδητοποιεί ότι μοιράζεται την οπτική γωνία του  Marcel και του Chang και ότι για αυτούς τα παπούτσια των άλλων είναι σημαντικά γιατί αποτελούν την πηγή του εισοδήματος τους. Τα πλάνο αυτό επιταχύνει την ταύτιση του θεατή με τους ήρωες και την εμπάθεια του καθώς αντιλαμβάνεται και συμμερίζεται τα αισθήματα τους. Και οι δύο προσμένουν να εμφανιστεί κάποιος με δερμάτινα παπούτσια ο οποίος μπορεί να είναι πελάτης τους. Καθώς περνούν κυρίως παπούτσια αθλητικά, πάνινα και συνθετικά ο θεατής συνειδητοποιεί ότι το επάγγελμα τους ανήκει ήδη στο παρελθόν.
Μέσα στα πλαίσια του ρομαντισμού αυτού και της αφελής σχεδόν αισιοδοξίας κινείται και το σενάριο. Μόνο εάν αφεθείς μπορεί να αποδεχτείς ότι ο Marcel κατορθώνει το αδύνατο, ότι οι γείτονες παρά τις αντιθέσεις τους συνασπίζονται και ότι ο αστυνομικός βγαίνει από το ρόλο του και παρανομεί. Μόνο επίσης υπό τη σύμβαση ενός παραμυθιού μπορείς να δεχτείς το αίσιο τέλος και τη μαγική θεραπεία της Arletti. Ακόμα όμως και εάν το Λιμάνι της Χάβρης δεν είναι απόλυτα αληθινό παραδίδει ένα πέρα για πέρα αληθινό δίδαγμα που ως κοινωνία σε κρίση το έχουμε ανάγκη: Το χρήμα και η επαγγελματική αποκατάσταση δεν ορίζει τι είδους άνθρωπος είσαι. Η αξία σου ορίζεται από την προσωπική σου περηφάνια και από την ανθρωπιά σου.

Tuesday, January 24, 2012

The Artist-Michel Hazanavicius: η εικόνα πάνω από τον ήχο


  Ένα μικρό έργο χωρίς πολλή διαφήμιση και χωρίς μεγάλα τεχνολογικά μέσα κατορθώνει να επιδείξει ευφυΐα και να αποδείξει ότι ο κινηματογράφος είναι πάνω από όλα εικόνα. 
Η υπόθεση:  Ο George Valentin είναι ένας αστέρας του βωβού κινηματογράφου. Αν και διάσημος και πετυχημένος στην καριέρα του έχει αποτύχει πλήρως στο γάμο του. Στην πρεμιέρα ενός έργου του γνωρίζει μια άσημη χορεύτρια η οποία προσπαθεί να μπει στο χώρο του κινηματογράφου. Ο Valentin την βοηθάει να πάρει ένα μικρό ρόλο στην επόμενη ταινία του και αμέσως φαίνεται να υπάρχει κάποια ερωτική έλξη ανάμεσα τους. Την εποχή αυτή υιοθετείται για πρώτη φορά ο ήχος στον κινηματογράφο. Ο Valentin όμως αδυνατεί να προσαρμοστεί στις ηχητικές ταινίες με αποτέλεσμα η καριέρα του να σβήσει, ο γάμος του να διαλυθεί και εκείνος να καταλήξει φτωχός και μόνος. Αντίθετα η χορεύτρια Peppy Miller γίνεται σταρ. Η Peppy όμως δεν έχει ξεχάσει τον The Artist με τον οποίο εξακολουθεί να είναι ερωτευμένη. Προσπαθεί λοιπόν να τον φροντίσει και να τον βοηθήσει. Τελικά και οι δύο μαζί ξεκινούν τα γυρίσματα ενός μιούζικαλ που θα επαναφέρει τον Valentin στο κινηματογραφικό προσκήνιο.
Σίγουρά το σενάριο του The Artist δεν είναι το ατού του καθώς η ιστορία του είναι κάπως απλοϊκή και  όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν έχει καμία σημασία καθώς ο Hazanavicius χρησιμοποιεί το σενάριο αυτό ως αφορμή για να δημιουργήσει έναν ύμνο για την κινηματογραφική τέχνη και τους ανθρώπους που εργάζονται σε αυτήν.
 Εξαιρετικοί είναι και οι ηθοποιοί Jean Dujardin και Bérénice Bejo. Εάν συλλογιστεί κανείς πως αν και είναι σύγχρονοι ηθοποιοί κατορθώνουν να επιστρέψουν με επιτυχία στη μανιέρα των ηθοποιών του βουβού κινηματογράφου, θα κατανοήσει ότι οι ρόλοι τους ήταν ιδιαίτερα απαιτητικοί. Κατορθώνουν χωρίς λόγια, με τις εκφράσεις των προσώπων τους και με τις κινήσεις του σώματός τους να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και να συγκινήσουν τους θεατές.
Το The Artist περιγράφει με αρκετή ιστορική ακρίβεια τη δεκαετία του ’30 όταν οι κινηματογραφικές εταιρείες του Hollywood αποφάσισαν να επενδύσουν στην τεχνολογία του ήχου για να δημιουργήσου τις πρώτες ομιλούσες ταινίες. Η έλευση του ήχου είναι μια τομή στην κινηματογραφική ιστορία καθώς άλλαξε συλλήβδην τον τρόπο σκηνοθεσίας και παραγωγής μιας ταινίας. Είναι αλήθεια, επίσης, ότι διάσημοι σκηνοθέτες και ηθοποιοί του βωβού που δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν χάθηκαν από το κινηματογραφικό στερέωμα.  Αντίθετα, νέοι αστέρες δημιουργήθηκαν και προβλήθηκαν. Επίσης, το νέο κινηματογραφικό είδος που προέκυψε μετά τον ήχο ήταν το μιούζικαλ για ευνόητους λόγους. Υπό αυτές τις συνθήκες, το έργο αυτό αποτελεί σε μεγάλο βαθμό ένα μάθημα κινηματογραφικής ιστορίας.
Απορρίπτοντας όχι μόνο όλα τα νέα παιχνίδια, 3D και σπέσιαλ εφέ, αλλά και τεχνολογικές ανακαλύψεις που από χρόνια θεωρούμε αναπόσπαστο τμήμα της κινηματογραφικής τέχνης, το χρώμα και τον ήχο, ο Hazanavicius κατορθώνει να δημιουργήσει μια ταινία πραγματικό κόσμημα. Είναι πολύ έξυπνη η ιδέα να δημιουργήσεις μια βουβή ταινία για μια εποχή, όπου ο κινηματογράφος είναι όντως βουβός. Εδώ, ο ήχος δεν είναι αυτονόητος, αλλά ένα εφέ που χρησιμοποιείται με σκοπό και έχει συμβολική αξία. Για παράδειγμα όταν παρουσιάζεται στον Valentin η νέα τεχνολογία του ήχου εκείνος γελάει και την απορρίπτει. Όταν όμως αργότερα πάει στο καμαρίνι του και ακουμπάει το ποτήρι του στο τραπέζι ακούει για πρώτη φορά ο ίδιος, αλλά και εμείς οι θεατές, τον ήχο του ποτηριού. Ο ήχος αυτός δεν σηματοδοτεί μονάχα την αλλαγή που έρχεται στον κινηματογράφο αλλά και την αλλαγή του σύμπαντος του πρωταγωνιστή. Θα χάσει όλα όσα θεωρεί δεδομένα και θα πρέπει να εφεύρει τον εαυτό του από την αρχή.
 Συχνά μεγάλοι σκηνοθέτες, όπως ο Hitchcock, τόνιζαν ότι η εικόνα είναι το σημαντικότερο κομμάτι μιας ταινίας. Ένα καλός σκηνοθέτης, οφείλει να διηγείται την ιστορία μέσω των εικόνων και να μην στηρίζεται στους διαλόγους. Εδώ, καθώς δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου ήχος και διάλογοι, όλο το βάρος της αφήγησης πέφτει πραγματικά στην εικόνα. Σε μια εικόνα όμορφη σαν την καλλιτεχνική φωτογραφία και ιδιοφυής καθώς λέει πολύ περισσότερα από οποιονδήποτε ήχο και διάλογο. Τι να πρωτοθυμηθώ; Τις σκηνές που δείχνουν το συνεπαρμένο κοινό που παρακολουθεί τη μεγάλη οθόνη; Τη σκηνή που η χορεύτρια αγκαλιάζει το κρεμασμένο κουστούμι του Valentin και φαντασιώνεται ότι την αγκαλιάζει κα τη φιλάει; Ή τη σκηνή που ο Valentin χύνει το ποτό του πάνω στο τραπέζι που αντανακλά τη μορφή του και εκείνο πλημυρίζει την εικόνα του, σηματοδοτώντας τον αλκοολισμό του ήρωα. Υπάρχουν τόσες όμορφες εικόνες που γεμίζουν το έργο και του δίνουν το νόημα του.
Αν  παρά ταύτα ένα βωβό ασπρόμαυρο έργο φαίνεται σε πολλούς υπερβολικά βαρύ και καλλιτεχνικό, τους παρακαλώ να αφήσουν στην άκρη τις προκαταλήψεις τους, γιατί το The Artist έχει ρυθμό και ένταση. Αποδεικνύεται διασκεδαστικό, ελαφρύ και απείρως συγκινητικό περιγράφοντας ακόμα και τις πιο μαύρες στιγμές του με χιούμορ αλλά και τρυφερότητα.
Σημείωση:
1.       Ο χαρακτήρας του George Valentin φαίνεται να είναι εμπνευσμένος από τον αστέρα του βουβού κινηματογράφου Douglas Fairbanks.
2.       Σημαντικά έργα που αντιμετωπίζουν το ίδιο θέμα, την υιοθέτηση του ήχου στο Hollywood, είναι το Singing in the Rain (1952)- Stanley Donen, Gene Kelly και το Sunset Blvd.(1950)- Billy Wilder.
- -  Εδώ μπορείτε να βρείτε ένα σύντομο αφιέρωμα για τον ήχο στον κινηματογράφο

Thursday, January 12, 2012

Το κορίτσι με το Τατουάζ (The girl with the Dragon Tatoo)-David Fincher


Χτες το βράδυ είδα σε πρώτη προβολή το Το κορίτσι με το Τατουάζ, χάρη στις προσκλήσεις που είχαν εξασαφλίσει τα παιδιά του Soundmag.gr και με αυταπάρνηση μου παραχώρησαν. Μου θύμισαν ευχάριστα την εποχή που έτρεχαν προλάβω την κινηματογραφική επικαιρότητα αντί να ανατρέχω στις μνήμες της κινηματογραφικής τέχνης. Ευχαριστώ πολύ παιδιά! Αναδημοισιεύω εδω το άρθρο που έγραψα για εκείνους.

Η πολύ επιτυχημένη σειρά  Millennium του Stieg Larsson είχε αγωνιώδη υπόθεση, σκηνές δράσης και δημιουργούσε τόσο έντονες εικόνες στο μυαλό των αναγνωστών του που ήταν σχεδόν φυσικό επακόλουθο ότι γρήγορα θα έβρισκε το δρόμο της προς τον κινηματογράφο. Πράγματι, μέσα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα τα βιβλία ενέπνευσαν τρεις εγχώριες, Σουηδικές ταινίες. Σε μια εποχή που τα καλά σενάρια λείπουν, το Hollywood δεν θα μπορούσε να αφήσει μια τέτοια ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, με αποτέλεσμα η αμερικάνική εκδοχή να ακολουθήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Η μεταφορά ενός αγαπημένου βιβλίου στον κινηματογράφο εμπεριέχει πάντοτε ένα ρίσκο. Από τη μια πλευρά η ταινία πριν ακόμα διαφημιστεί έχει εξασφαλίσει τους θεατές της. Από την άλλη οι θεατές αυτοί  έχουν ήδη κάποιες ισχυρές απόψεις και κάποιους συγκεκριμένες προσδοκίες για την ταινία. Η κατάσταση επιδεινώνεται σημαντικά όταν έχει ήδη προηγηθεί μια ταινία πάνω στο ίδιο βιβλίο η οποία μάλιστα έχει κατορθώσει να είναι πιστή στο βιβλίο και το πνεύμα του.
 Παραμερίζοντας όσο είναι δυνατόν τις προκαταλήψεις ας επιχειρήσουμε να δούμε το συγκεκριμένο έργο καταρχάς σαν ένα αυτόνομο δημιούργημα και ύστερα σαν μια μεταφορά βιβλίου. Πολύ πετυχημένη  είναι η επιλογή του Daniel Craig στο ρόλο του ιδεαλιστή δημοσιογράφου Mikael Blomkvist. Πραγματικά, ο Daniel Craig ταιριάζει φυσιογνωμικά στο ρόλο αυτό και αποδεικνύεται έξοχος στο ρόλο του προσδίνοντας το βάρος που του αναλογεί στον χαρακτήρα του.  Για τον αβανταδόρικο ρόλο της Lisbeth Salander επιλέχθηκε μια σχετικά άγνωστη ηθοποιός  η Rooney Mara η οποία όμως διαθέτει το παρουσιαστικό και το σώμα της ηρωίδας του Stieg Larsson. Ο ρόλος της Lisbeth απαιτεί έναν ιδιαίτερα ηθοποιό  καθώς πρέπει να παραστήσει ένα άτομο με υψηλή νοημοσύνη, ελαφρώς αυτιστικό θα λέγαμε, αντικοινωνικό το οποίο κάτω από τον αδιάφορο πρόσωπο κρύβει πλήθος συναισθημάτων. Χρειάζεται, συνεπώς, ένα πρόσωπο που να είναι ανέκφραστο αλλά με αδιόρατες σχεδόν κινήσεις να επιτρέπει στον θεατή να αντιληφθεί την αναταραχή  που κρύβει πίσω του. Κατά την άποψη μου η Rooney Mara παρέστησε την Lisbeth επαρκώς αλλά όχι ιδιοφυώς με αποτέλεσμα να μην κατορθώσει να την μετατρέψει στην εμβληματική ηρωίδα που είναι στο βιβλίο και στη φαντασία μας.
Η πιο καίρια όμως επιλογή είναι αυτή του σκηνοθέτη. Ο David Fincher είναι ένας σημαντικός σκηνοθέτης με πολύ ενδιαφέροντα έργα στο ενεργητικό του (Alien3 – 1992, Seven-1995, Fight Club-1999, Zodiac -2007), ο οποίος έχει αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργήσει έργα με αισθητική και σκοτεινή ατμόσφαιρα. Κατά μία έννοια, είναι ιδανικός για την μεταφορά των βιβλίων αυτών στον κινηματογράφο. Πέρα όμως από το ένδοξο παρελθόν του τι κατόρθωσε να φέρει στο συγκεκριμένο έργο;  Είναι άμεσα σαφές ότι η σκηνοθεσία του έργου δεν απογοητεύει τον θεατή, καθώς το έργο έχει ρυθμό και ένταση. Τα κάδρα είναι όμορφα στημένα, οι σκηνές καλά εκτελεσμένες. Διαθέτει μεγαλύτερη σαφήνεια από τον Σουηδικό και είναι σαφώς πιο δεμένο και τελικά πιο πιστό στο βιβλίο.
Οι απαιτήσεις όμως είναι σαφώς μεγαλύτερες από μια μεγάλη παραγωγή με σκηνοθέτη τον Fincher. Είναι λίγο αποκαρδιωτικό το γεγονός ότι το πρώτο μέρος του έργου είναι υπερβολικά όμοιο με το Σουηδικό. Υπάρχουν ίδιες σχεδόν σκηνές και ταυτόσημα πλάνα. Στην εκδοχή του Hollywood λείπει η ιδιοσυγκρασιακή αισθητική του ίδιου του Fincher που πραγματικά θα απογείωνε το έργο. Στο Seven, για παράδειγμα, η συνεχής βροχή, τα μουντά χρώματα και οι ασφυκτικά κλειστοί χώροι μετέφεραν πολύ πετυχημένα την αποπνικτική αίσθηση του Κακού, και τις απαρχές της τρέλας του ήρωα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι τελευταίες σκηνές που λούζονταν με εξουθενωτικό φως θα παραμείνουν χαραγμένες για πάντα στο μυαλό των θεατών καθώς απέδειξαν ότι η επίλυση του μυστηρίου δεν αποτελεί δικαίωση, το Κακό δεν εξαφανίζεται κάτω από το άπλετο φως. Στο Κορίτσι με το Τατουάζ τα ψυχρά χρώματα, η έλλειψη φωτός της Σουηδίας, και οι καιρικές συνθήκες της παρουσιάζονται χωρίς ο σκηνοθέτης να τις εκμεταλλεύεται πλήρως και να τους προσδίδει του πρέποντες συμβολισμούς. Αν στο σημείο αυτό το συγκρίνουμε με το Σουηδικό έργο θα κατανοήσουμε γιατί στο τέλος του το έργο μεταφέρεται στη θερμή, γεμάτη φως, Αυστραλία. Η αλλαγή του φωτισμού και των χρωμάτων σηματοδοτεί την ευτυχή κατάληξη των γεγονότων.
Εντελώς αποπροσανατολιστική και λάθος, κατά την άποψη μου, ήταν η επιλογή των τίτλων. Συνήθως οι τίτλοι δίνουν το στίγμα για το ύφος και τον τόνο του έργου που θα ακολουθήσει. Εδώ, αν και είναι από μόνοι τους είναι ένα έργο τέχνης, δεν ταιριάζουν καθόλου στην ταινία. Μαύρο υγρό χύνεται και μετασχηματίζεται (αίμα;) καλώδια υπολογιστών σχηματίζουν ανθρώπινες μορφές και πρόσωπα που μορφάζουν, εικόνες υπαινικτικές που μεταφέρουν πολύ καλά το σκοτεινό και διεστραμμένο κλίμα του βιβλίου- καλύτερα ίσως και από την ίδια την ταινία- αλλά είναι υπερβολικά εφετζίδικες και δεν ταιριάζουν σε μια ταινία που αποδεικνύεται πιο απλή, «καθαρή» και τελικά δυστυχώς λιγότερο ανησυχητική.
Συνοψίζοντας οφείλω να παραδεχτώ ότι το Κορίτσι με το Τατουάζ παραμένει μια καλή ταινία. Διαθέτει καλό σενάριο, σφιχτό ρυθμό, αγωνία, καλή ηθοποιία, πετυχημένη σκηνοθεσία και διαθέτει όλα τα προσόντα. Τι της λείπει; Μα αυτό που θα την έκανε πραγματικά ξεχωριστή. Είναι αυτές οι καταραμένες δυνατότητες που είχε λόγω κυρίως του σεναρίου της και του σκηνοθέτη της που την καθιστούν στα μάτια μου ανεπαρκής. Άτιμο πράγμα οι υψηλές προσδοκίες.