Η υπόθεση του
έργου στηρίζεται στο γνωστό παραμύθι της Χιονάτης. Εδώ όμως – μια και το έργο
είναι Ισπανικό- ο μπαμπάς της Χιονάτης και οι επτά νάνοι είναι ταυρομάχοι. Η δε
κακιά βασίλισσα είναι μια νοσοκόμα που περιποιείται τον ανάπηρο πια πατέρα-
ταυρομάχο και τον πείθει να την παντρευτεί ώστε να εκμεταλλευτεί τον πλούτο και
τη φήμη του. Όταν η μητριά της επιχειρεί να τη δολοφονήσει η Χιονάτη διαφεύγει-
έχοντας χάσει την μνήμη της ύστερα από το τραυματικό γεγονός- και μοιράζεται
την ζωή και το επάγγελμα των νάνων ταυρομάχων. Χάρη στην παλαιότερη διδασκαλία
του πατέρα της γίνεται και η ίδια διάσημη ταυρομάχος, μέχρι που η μητριά της,
την ανακαλύπτει και επιχειρεί εκ νέου να τη δολοφονήσει.
Το σενάριο
Αν και ο μύθος
είναι αρκετά κοντά στο γνωστό σε όλους παραμύθι υπάρχουν αρκετές ανατροπές και
αλλαγές ώστε να εκπλήσσει τον θεατή και να διατηρεί το ενδιαφέρον του. Αν
κάποιος περιμένει το πριγκιπόπουλο και το αίσιο τέλος θα απογοητευτεί οικτρά. Εδώ,
ο μύθος της χιονάτης μετατρέπεται σε ένα γλυκόπικρο, σχεδόν σκληρό αλλά συνάμα και
ρομαντικό, παραμύθι. Το κακό μπορεί να τιμωρείται, το καλό, όμως, δεν
κατορθώνει να θριαμβεύσει και οι ήρωες παραμένουν τραυματισμένοι και
δυστυχισμένοι.
Η σκηνοθεσία
Ο Pablo Berger
μπορεί να είναι ένας σχετικά άπειρος και άγνωστος σκηνοθέτης, αλλά εδώ κάνει τη σοφή επιλογή να συνδυάσει τη νοσταλγική αισθητική με την παλιά
φόρμα.Το
έργο είναι γυρισμένο σε κάμερα με παραδοσιακό φιλμ απορρίπτοντας σχεδόν όλες τις μοντέρνες τεχνολογίες καθώς είναι ασπρόμαυρο και βουβό. Με τον τρόπο αυτό επιστρέφει σε
ένα κινηματογράφο στη βασική μορφή του, αρχετυπικό. Η Χιονάτη κατορθώνει να
υπενθυμίσει ότι ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη που κυρίως στηρίζεται στην εικόνα. Διαθέτει εικόνες με υπέροχα κάδρα,
στρατηγικά τοποθετημένες σκιές και απίστευτο φως. Είναι τόσο όμορφη να τη
βλέπει κανείς που παρασύρεται και ξεχνάει ότι παρακολουθεί ένα έργο σιωπηλό και
μια ιστορία απλοϊκή. Σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζω ότι ο κινηματογράφος
οφείλει να επιστρέψει στη βουβή εποχή του εγκαταλείποντας όλες τις νέες
τεχνολογίες, τα ψηφιακά μέσα, το χρώμα και τον ήχο. Από την άλλη όλα αυτά τα
επιτεύγματα δεν θα έπρεπε να είναι δεσμευτικά για τον σκηνοθέτη. Ο Pablo Berger,
λοιπόν, (όπως και ο Michel HazanaviciusστοTheArtist-2011) αποδεικνύει ότι ένα έργο μπορεί να
είναι σαγηνευτικό ακόμα και χωρίς έξτρα στολίδια και επιδεικνύει μια μαεστρία
που είναι σεβαστή.
Ο Tobias Lindholm
επιλέγει μια ψυχρή ματιά χωρίς εξάρσεις για να παρουσιάσει μια σύγχρονη ιστορία
που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αληθινή.
Υπόθεση
Ο Mikkel δουλεύει
ως μάγειρας σε ένα πλοίο που ανήκει σε Δανέζικη εταιρεία. Ονειρεύεται να
επιστρέψει στην οικογένεια του κατά την άδεια του όταν το πλοίο καταλαμβάνεται
από πειρατές. Ο Peter, ένας από τους διευθυντές της εταιρείας αναλαμβάνει
προσωπικά τις διαπραγματεύσεις , αλλά τα παζάρια ανάμεσα στην εταιρεία και τους
πειρατές κρατούν μήνες. Καθώς ο χρόνος περνάει το πλήρωμα βιώνει ολοένα και πιο
δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και αιχμαλωσίας.
Σκηνοθεσία
Ο Tobias Lindholm
είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό από τη σειρά Borgen: Συνομωσίες Εξουσίας που παίζεται φέτος στη ΝΕΤ. Εφαρμόζει
το ίδιο στυλ σκηνοθεσίας στη σειρά και στο κινηματογραφικό έργο. Επιλέγει μια
ψυχρή, σχεδόν ωμή ματιά, χωρίς ωραιοποιήσεις και περίτεχνες κινήσεις της
κάμερας, με στόχο πιθανώς τη ρεαλιστική αίσθηση. Η αισθητική αυτή είναι
αναπάντεχα φρέσκια στην τηλεόραση αλλά δεν λειτουργεί εξίσου καλά στον
κινηματογράφο.
Ηθοποιία
Αν και οι ηθοποιοί είναι ιδιαίτερα συγκρατημένοι κατορθώνουν να ερμηνεύσουν καλά τους
χαρακτήρες τους και να δημιουργήσουν συγκινητικές σχεδόν φυσιογνωμίες.
Περιεχόμενο
Είναι πολύ
ενδιαφέρον πως επιλέγει να χειριστεί μια τέτοια ιστορία και σε επίπεδο σεναρίου
και σκηνοθεσίας ένας Δανός σκηνοθέτης. Αν η ίδια ιστορία είχε κινηματογραφηθεί
από Αμερικάνικο στούντιο τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Το έργο
πιθανότατα θα περιείχε περισσότερη βία, εμφανείς κακούς και ήρωες, και μεγαλύτερες
εντάσεις. Εδώ, ούτε η εταιρεία είναι διαφθαρμένη και αδιάφορη για τους
υπάλληλους της, ούτε οι πειρατές είναι ιδιαίτερα σαδιστές. Κανείς επίσης δεν
αναλαμβάνει να εισβάλλει στο πλοίο με ένα φανταστικό τρόπο, ώστε να σώσει το
πλήρωμα αφού πρώτα εξολοθρεύσει τους πειρατές. Η αποφυγή υπερβολών και η
απόλυτη αληθοφάνεια της ταινίας είναι σαφώς ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά της. Οι πειρατές παίρνουν τα
λύτρα και κατορθώνουν να διαφύγουν ατιμώρητοι. Και ενώ όλα λειτουργούν άψογα- δεδομένων των
συνθηκών- ένας από το πλήρωμα σκοτώνεται όχι γιατί δοκιμάζει κάτι το ηρωικό ή
κάνει κάτι το χαζό αλλά μονάχα επειδή θέλει να βοηθήσει του. Ο δε πειρατής που τον σκοτώνει, μοιάζει σχεδόν να το κάνει κατά
λάθος, σαν να ήθελε περισσότερο να τον απειλήσει παρά να τον σκοτώσει. Έτσι αναίτια, την τελευταία στιγμή της όλης
περιπέτειας, χάνεται ένας άνθρωπος.
Αν και τα
στοιχεία αυτά κατορθώνουν να κερδίσουν την προσοχή του θεατή δεν πετυχαίνουν να
μετατρέψουν το έργο σε κάτι παραπάνω, σε μια ταινία πραγματικά αξιομνημόνευτη.
Δεν διαθέτει τη φιλοσοφημένη οπτική ενός σκηνοθέτη που μέσω λεπτομερειών θα
κατόρθωνε να προσδώσει ένα μεγαλύτερο νόημα. Της λείπει δηλαδή το «βάθος» στη
σκηνοθεσία και στο σενάριο με αποτέλεσμα να περιορίζεται στη λιτή αποτύπωση
μιας πεζής και σκληρής πραγματικότητας.
Ο PaulThomasAnderson επιδεικνύει τη σκηνοθετική του ωριμότητα
σε ένα έργο ενδιαφέρον, με όμορφη αισθητική, αλλά άνισο στο σενάριο και αναποφάσιστο στις ιδέες του.
Ηυπόθεση
Ο Freddie Quell είναι
ένας βετεράνος ναυτικός , αλκοολικός και με σημαντικά ψυχολογικά προβλήματα και
βίαια ξεσπάσματα θυμού. ‘Ένα βράδυ κατά τύχη γνωρίζει τον ηγέτη μια κάστας που
διακηρύσσει την πίστη της στις προηγούμενες ζωές και επιχειρεί μέσω της
ανάμνησηςτων ζωών αυτών να θεραπεύσει
τους ανθρώπους. Σταδιακά ο ηγέτης της κάστας, ο Lancaster Dodd, γίνεται φίλος
με τον Freddie και επιχειρεί μέσω των μεθόδων του να τον θεραπεύσει.
Η ηθοποιία
Ο Joaquin Phoenix
αποδεικνύεται εξαιρετικός στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Philip Seymour Hoffman
είναι αρκετά πειστικός ως ο χαρισματικός ηγέτης μιας κάστας αν και μερικές
φαίνεται να καταφεύγει σε τυπικά μοτίβα που θυμίζουν άλλους ρόλους του. Επίσης
εξαιρετική είναι η Amy Adams στο ρόλο της γυναίκας του Lancaster Dodd.
Η σκηνοθεσία
Από τον πρώτο του
έργο (Boogie Nights -1997) ο Anderson είχε αποδείξει ότι είναι ένα
αξιοσημείωτος σκηνοθέτης. Στο TheMaster η σκηνοθετική του ικανότητα μοιάζει να
έχει ωριμάσει παρέχοντας μια υπέροχη αισθητική με καλοδουλεμένες εικόνες. Η
κίνηση της κάμερας χωρίς να είναι κραυγαλέα τρυπώνει στα σκηνικά, ακολουθεί
τους ήρωες και επιτρέπει στον θεατή να εμβαθύνει στην ταινία και το περιεχόμενό
της με ένα τρόπο πιο ουσιαστικό. Το έργο, όμως, μοιάζει αποσπασματικό χωρίς
συνοχή και σαφή ειρμό. Το τέλος φαίνεται ανολοκλήρωτο καθώς δεν προσφέρει
κάποια λύση για τους δύο βασικούς χαρακτήρες. Τα «μειονεκτήματα» αυτά του
σεναρίου είναι δίκαιο να βαραίνουν τον ίδιο τον Anderson που στο έργο αυτό
διετέλεσε και ως σεναριογράφος. Μπορούν, ίσως, ως ένα βαθμό να δικαιολογηθούν από το γεγονός ότι το
κεντρικό πρόσωπο και κατά συνέπεια ο αφηγητής της ιστορίας αυτής είναι ο Freddie
Quel,l ένα ψυχικά διαταραγμένο άτομο. Είναι ταιριαστό το έργο να μη διαθέτει
την καθαρότητα ενός ισορροπημένου μυαλού, αλλά να πηδάει σχεδόν από γεγονός σε
γεγονός χωρίς κάποια ιδιαίτερη λογική.
Το περιεχόμενο
Ακόμα και εάν
κάποιος δεν έχει παρακολουθήσει καθόλου τη συζήτηση περί Σαηεντολογίας γρήγορα
υποπτεύεται ότι ο Lancaster Dodd είναι βασισμένος πάνω σε κάποιο υπαρκτό
πρόσωπο. Ωστόσο, το TheMaster δεν αφορά μονάχα τη Σαηντελογία αλλά για
το πώς λειτουργεί μια οποιαδήποτε κάστα με ένα σύστημα ιδεών και πίστης. Είναι
εμφανείς οι μηχανισμοί σύμφωνα με τους οποίους συστήνεται μια ομάδα που ορίζει
την ταυτότητά της χάρη στη διαφορά της από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Η
ομάδα συσπειρώνεται γύρω από ένα πρόσωπο με εξαιρετική προσωπολατρία. Δύναται
να αντικαταστήσει την οικογένεια, να προσδώσει το συναίσθημα ότι κάπου ανήκει
στον κάθε απόκληρο που την προσεγγίζει. Το νέο μέλος οφείλει υποταγή και απόλυτη
ειλικρίνεια ώστε να μπορέσει να παραμείνει αποδεκτό. Το έργο παρουσιάζει τις
μεθόδους αυτές με ξεκάθαρη αρνητική χροιά μόνο σε ορισμένες στιγμές.Λίγα είναι
επίσης τα στιγμιότυπα που αφήνουν να υπονοηθεί ότι ο ηγέτης Lancaster Dodd δεν
είναι τίποτα άλλο παρά ένας χαρισματικός τσαρλατάνος. Δεν πρέπει να παραβλέψει
κανείς ότι το σύστημά τους φαίνεται να λειτουργεί στην περίπτωση του ήρωα. Ο Freddieείναι ο μαναδικός χαρακτήρας που διανύει μια
πορεία. Στην αρχή του έργου βρίσκεται σε ερωτικές περιπτύξεις με μια γυναίκα
φτιαγμένη από άμμο ενώ στο τέλος πετυχαίνει ερωτική επαφή με μια πραγματική
γυναίκα. Η μεθοδολογία λοιπόν της κάστας φαίνεται να τον έχει βοηθήσει να
εξελιχθεί και να αποκομίσει μια πραγματική αυτή σχέση. Άλλαξε όμως ο Freddie
ουσιαστικά και αληθινά ή απλά αντιγράφοντας τον δάσκαλο του κατόρθωσε να
πετύχει την επίφαση μόνο ενός πιο ισορροπημένου και φιλοσοφημένου ανθρώπου; Το
ερώτημα αυτό παραμένει ανοιχτό όπως νομίζω παραμένει ανοιχτή η αντιμετώπιση της
ταινίας απέναντι στην κάστα (ή στην Σαηεντολογία). Όσοι θεατές είναι αρνητικά
διακείμενοι προς τέτοιου είδους συστήματα ιδεών θα ερμηνεύσουν το έργο ως ένα
εμφανές κατηγορητήριο. Οι υπόλοιποι, νομίζω, θα το δουν ως προς το
νόημά του (και ίσως ως προς την ποιότητά του) με μπερδεμένα αισθήματα
Το SilverLiningsPlaybook σίγουρα δεν είναι μια σοβαρή ταινία με σημαντικές
καλλιτεχνικές αξιώσεις και μεγάλες φιλοδοξίες. Πρόκειται, όμως, για ένα
χαριτωμένο έργο το οποίο βλέπεται ευχάριστα και αφήνει γλυκιά επίγευση.
Υπόθεση:
Ο Πατ βγαίνει από
το ψυχιατρείο μετά από 8 μήνες εγκλεισμού και μένει στο σπίτι των γονιών
του.Προσπαθεί να γυμναστείκαι να αλλάξει ώστε να εντυπωσιάσει και να
ξανακερδίσει τη γυναίκα του, η οποία έχει θέσει περιοριστικά μέτρα εναντίον
του. Κατά την προσπάθεια του αυτή γνωρίζει την Τίφανι, η οποία μετά το θάνατο του
άνδρα της αντιμετωπίζει τα δικά της ψυχολογικά προβλήματα. Οι δύο τους
προπονούνται να πάρουν μέρος σε ένα διαγωνισμό χορού. Μέσα από τις πρόβες τους
σταδιακά βρίσκουν μια εύθραυστη ισορροπία με τον εαυτό τους και ερωτεύονται ο
ένας τον άλλο.
Ηθοποιία:
Όλα τα επιμέρους
στοιχεία του έργου λειτουργούν καλά αν και χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις. Οι
ηθοποιοί είναι προσεκτικά επιλεγμένοι και δίνουν αξιόλογες ερμηνείες.
Στρατηγική είναι η επιλογή του Robert De Niro στον αβανταδόρικο ρόλο του πατέρα
του πρωταγωνιστή. Ο χαρακτήρας αυτός διαθέτει τόσες ιδιορρυθμίες, ενδιαφέρουσες
ατάκες και σκηνές που επιτρέπει στον παλαίμαχο ηθοποιό να ξεδιπλώσει το ταλέντο
του και να δημιουργήσει ένα χαρακτήρα που σίγουρα θα μείνει για αρκετό καιρό
στο μυαλό των θεατών.
Σκηνοθεσία:
Σε μετριοπαθή
τόνο εξελίσσεται και η σκηνοθεσία του DavidO. Russell. Δεν υπάρχουν εντυπωσιακές κινήσεις της κάμερας
και ευφάνταστο μοντάζ αλλά μια σκηνοθεσία που γυρνά στα βασικά στοιχεία. Τα
μεσαία και τα σφιχτά κοντινά πλάνα κυριαρχούν καθώς ο σκηνοθέτης επιχειρεί να
φέρει τον θεατή κοντά στους χαρακτήρες του και να τον βοηθήσει να αισθανθεί όλη
τη συναισθηματική τους τρικυμία. Η κάμερα στο χέρι μπορεί να ήταν μια
οικονομική επιλογή που ορίστηκε από το χαμηλό προϋπολογισμό του έργου, δημιουργεί
όμως ένα πιο αυθεντικό και ρεαλιστικό τόνο.
Σενάριο:
Το σενάριο
αποτελεί το μεγαλύτερο ατού της ταινίας. Αν και ο κεντρικός κορμός του είναι η
γνωστή ιστορία αγάπης ανάμεσασε ένα
άνδρα και μια γυναίκα, μια σειρά από επιμέρους λεπτομέρειες και ιδέες κατορθώνουν
να το απογειώσουν και να το μετατρέψουν σε μια ιδιότυπη, αρκετά έξυπνη και
διασκεδαστική ιστορία.
Ιδέες:
Το πιο ενδιαφέρον
ίσως στοιχείο του σεναρίου είναι το πόσο δυσδιάκριτα εμφανίζονται τα όρια
ανάμεσα στους«τρελούς» και
«φυσιολογικούς» ανθρώπους. Ο Πατ και η Τίφανι είναι απολύτως ικανοί να
αναλύσουν με λογικό τρόπο όσα αισθάνονται και όσα τους συμβαίνουν και με
ειλικρίνεια να εξηγήσουν τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους. Απέναντί τους
στέκονται ο ψυχαναγκαστικός προληπτικός πατέρας του Πατ που μοιάζει πολύ πιο
τρελός από το γιο του και μάλλον κατά τύχη βρίσκεται εκτός ψυχιατρείου. Οι πιο «φυσιολογικοί» χαρακτήρες, ο φίλος του
Πατ και η αδελφή της Τίφανι, επιφανειακά είναι ένα ευτυχισμένο ζευγάρι με παιδί
που καταναλώνει υλικά αγαθά και προβάλει την επιτυχία του. Γρήγορα όμως
αποδεικνύεται ότι καταπιέζονται και έχουν εκρήξεις που δεν απέχουν πολύ από τη
συμπεριφορά ενός τρελού. Υπό αυτές τις συνθήκες η τρέλα είναι περισσότερο ένα
ξέσπασμα μιας κακής στιγμής παρά μια μόνιμη κατάσταση που αφορά λίγους μόνο ανθρώπους.
Κάποιος θα
μπορούσε να ισχυριστεί ότι το σενάριο καταλήγει σε ένα εύκολα αισιόδοξο τέλος:
Ο έρωτας δίνεται ως μαγική λύση σε δύο ανθρώπους που δυσκολεύονται να τα βρουν
με τον εαυτό τους. Κατορθώνουν δηλαδή να ισορροπήσουν μόνο επειδή βρίσκουν
κάποιον άλλο να επικεντρώσουν την προσοχή τους και χωρίς στην ουσία να
θεραπεύσουν τον εαυτό τους; Νομίζω ότι μόνο ένα υπερβολικά κυνικό βλέμμα θα έφτανε σε
αυτό το συμπέρασμα καθώς το σενάριο παρουσιάζει ένα έρωτα που σε μεγάλο βαθμό
στηρίζεται πρώτα σε φιλία και συντροφικότητα. Μέσω αυτών των στοιχείων
διαφοροποιείται από μια ανυπόφορα γλυκιά και αφελή λύση και φέρνει το περίφημο μήνυμα
αισιοδοξίας που υπόσχεται από τον τίτλο του.
Μια ταινία γεμάτη
μαγευτικές εικόνες που αποδεικνύει ότι η σύγχρονη τεχνολογία έχει νόημα όταν πραγματικά
υπηρετεί τις ιδέες της ταινίας και δεν χρησιμοποιείται μονάχα για εντυπωσιασμό.
Η υπόθεση
Ο Ινδός Πι
γεννιέται και μεγαλώνει μέσα στο ζωολογικό κήπο του πατέρα του σε άμεση επαφή
με τα άγρια ζώα. Η παιδική του ηλικία σημαδεύεται από την αναζήτηση του θεού
και της θρησκείας μέσω της οποίας προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο. Τα
οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ζωολογικός κήπος ωθούν το πατέρα του
στην απόφαση να μεταφέρει τα ζώα και την οικογένειά του από την Ινδία στο
Καναδά, όπου θα μπορέσει να πουλήσει τα ζώα για να ζήσει ο ίδιος και η υπόλοιπη
οικογένεια. Το ταξίδι τους όμως, διακόπτεται καθώς το πλοίο που τους μεταφέρει,
ναυαγεί. Ο Πι είναι ο μοναδικός που σώζεται καθώς καταλήγει σε μία σωσίβια
λέμβο με μοναδικούς συνεπιβάτες, μια ζέβρα με σπασμένο πόδι, ένα ουραγκουτάγκο,
μια ύαινα και μια τίγρη. Μέσα στις πρώτες μέρες η ύαινα σκοτώνει πρώτα τη ζέβρα
και ύστερα τον ουρακοτάγκο.Σύντομα ή
τίγρη αντεπιτίθεται και σκοτώνει την ύαινα αλλά και επιβάλλει στον Πι να ζει σε
μια σχεδία που έχει δέσει πάνω στη βάρκα. Όσο ο καιρός περνάει ο Πι προσπαθεί να
εκπαιδεύσει την τίγρη ώστε να πετύχει μια ισορροπημένη συμβίωση άλλοτε με
μικρότερη και άλλοτε με μεγαλύτερη επιτυχία. Ύστερα από πολλές περιπέτειες η
τίγρη και ο Πι φτάνουν στο Μεξικό, όπου η τίγρη εξαφανίζεται στη ζούγκλα και ο
Πι διασώζεται από τους ντόπιους. Όταν καταφθάνουν οι υπάλληλοι της εταιρείας,
στην οποία ανήκε το πλοίο, αρνούνται να πιστέψουν την ιστορία του. Ο Πι
εξαναγκάζεται να δώσει μια διαφορετική εξιστόρηση της επιβίωσης του, μια
ιστορία τόσο σκληρή και άσχημη που τελικά κανείς δεν αναλαμβάνει να την καταγράψει
και να την αφηγηθεί.
Η σκηνοθεσία
Ο AngLee είναι ένας χαμαιλέοντας της σκηνοθεσίας που αλλάζει στυλ ανάλογαμε το
είδος της ταινίας που σκηνοθετεί. Το Λογική
και Ευαισθησία διέθετε την αισθητική και τα χρώματα μιας κλασικής σειράς
του BBC, ενώ ο Τίγρης και ο Δράκος περιείχε την
καλλιγραφία και την επιτήδευση του Κινέζικου πολιτισμού. Με αντίστοιχο τρόπο,
στο έργο αυτό ο AngLee φαίνεται επηρεασμένος από την παράδοση
του ινδικού κινηματογράφου καθώς παλεύει να ντύσει το έργο με υπέροχες εικόνες
από τη φύση, εικόνες με ιδιαίτερη συμβολική αξία. Οι εικόνες αυτές δεν είναι
πραγματικές αλλά έχουν στηθεί μέσα σε έναν υπολογιστή. Το γεγονός αυτό όμως δεν
μειώνει την αισθητική τους ούτε και τη δύναμή τους καθώς πραγματικά υπηρετούν
την υπόθεση και το βαθύτερο νόημα του έργου. Πέρα από το σκηνοθέτη όλοι οι ψηφιακή εικόνας είναι οι αφανείς ήρωες ενός έργου που πραγματικά
σε ωθεί να το δεις σε 3Dμορφή και σε μια οθόνη με όλα τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας.
Εξαιρετικό έπαινο
για τη σκηνοθεσία του AngLeeαλλά
και ακόμα περισσότερο για την ηθοποιία του Suraj Sharma αποτελεί το γεγονός ότι
αν και το έργο στην ουσία είναι ένας μακρύς μονόλογος δεν κουράζει το θεατή.
Οι ιδέες
Η ζωή του Πι
περιέχει δύο χωριστές ιστορίες. Στην πρώτη ο ήρωας επιβιώνει του ναυαγίου
έχοντας συντροφιά μια επιθετική τίγρη την οποία δεν μπορεί να σκοτώσει και με
την οποία οφείλει να συμβιώσει. Στη δεύτερη ιστορία, η βάρκα των επιζώντων
εκτός από τον ίδιο περιλαμβάνει ένα πληγωμένο ναύτη, ένα επίβουλο μάγειρα και
τη μητέρα του. Οι πρωταγωνιστές της δεύτερης ιστορίας δηλαδή μετατρέπονται στα
ζώα της πρώτης και η τίγρη συμβολίζει τη δολοφονική πλευρά του ίδιου του Πι.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πραγματική ιστορία του Πι διαμορφώνεται ως εξής :Ο
μάγειρας- ύαινα δολοφονεί τον ναύτη- ζέβρα και τη μητέρα του Πι - ουραγκοτάγκο
ώστε να επιβιώσει ο ίδιος, γεγονός που σπρώχνει την τίγρη- Πι να τον σκοτώσει.
Μετά τη δολοφονία του μάγειρα ο Πι οφείλει να επιβιώσει μόνος του, στον
απέραντο ωκεανό, με τη συνείδηση ( =με την τίγρη) ότι είναι ικανός να σκοτώσει
κάποιον άλλο άνθρωπο. Το ερώτημα που θέτει το έργο είναι ποιά από τις δύο αυτές
ιστορίες προτιμούμε εμείς οι θεατές να δούμε και να ακούσουμε: τις φανταστικές
αλλά άκρως συμβολικές περιπέτειες του Πι ή μια αλήθεια που είναι υπερβολικά
σκληρή και άσχημη; Στο δίλημμα αυτό η ταινία η ίδια επιλέγει το παραμύθι από
την αλήθεια και εφόσον εμείς πήγαμε να τη δούμε σε ένα βαθμό έστω και
ασυνείδητα έχουμε ήδη επιλέξει το παραμύθι.
Το δίλημμα αυτό,
όμως, κρύβει μία ακόμα πτυχή πολύ πιο καίρια. Η αρχή του έργου είναι αυτή που
σηματοδοτεί την ιδέα που στην ουσία αυτό επεξεργάζεται. Οι σκηνές αναζήτησης
του Θείου από τον Πι στον Ινδουισμό, τον Χριστιανισμό και τον Μωαμεθανισμό
μοιάζουν αδικαιολόγητα εκτεταμένες και σε ένα βαθμό ασύνδετες με τη συνέχεια
του έργου, ωσότου αυτό να ολοκληρωθεί και το βαθύτερο νόημα του να αποκαλυφθεί.
Το πραγματικό, λοιπόν ερώτημα της ταινίας είναι εάν κάποιος θα πρέπει να
πιστεύει στο θεό ή όχι (ανεξάρτητα θρησκείας). Και το έργο απαντά ότι εάν η
πίστη στο θεό μπορεί να κάνει την ανθρώπινη ύπαρξη πιο εύκολη και πιο
ευχάριστη, τότε καλό είναι να επιλέξουμε την πίστη ακόμα και εάν αυτή δεν είναι
αλήθεια αλλά μονάχα ένα ενδιαφέρον και ευχάριστο παραμύθι. Εάν λοιπόν κάποιος
ενοχληθεί με τον έντονο θρησκευτικό προσανατολισμό της Ζωής του Πι, ας
αναλογιστεί ότι το έργο δεν αναλαμβάνει να λύσει το δύσκολο ερώτημα του εάν
υπάρχει θεός ή όχι. Απλά προτείνει ότι η ζωή είναι πιο εύκολη με μια, έστω και
φανταστική, πίστη, και ότι κατά περιστάσεις η αλήθεια είναι ίσως υπερτιμημένη.
Ακόμα και σήμερα οι ιστορικοί του κινηματογράφου δεν
κατορθώνουν να ορίσουν με ακρίβεια αν το φιλμ νουάρ είναι ένα χωριστό
κινηματογραφικό στυλ ή κινηματογραφικό είδος. Ακόμα όμως και αν ο ορισμός
διαφεύγει των ειδικών, το φιλμ νουάρ είναι ένα από τα πιο πολύ-σηζητημένα μέρη
της κινηματογραφικής τέχνης που ακόμα γοητεύει τους θεατές και επηρεάζει τα
σύγχρονα έργα.
Η περίοδος ακμής και ανάπτυξης του φιλμ νουάρ εκτείνεται
από τις αρχές του 1940 ως τα τέλη του 1950, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι
το δεν εμφανίζεται ξανά και αργότερα. Πράγματι στη δεκαετία του ’60, υπάρχουν
γάλλοι κυρίως κινηματογραφιστές μου υιοθετούν ορισμένα χαρακτηριστικά του και
το μιμούνται, ενώ πιο πρόσφατες ταινίες όπως το Βασικό Ένστικτο (Basic Instinct -1992 Paul Verhoeven) ,
Το Λος ΆντζελεςΕμπιστευτικό (L.A.
Confidential- 1997 Curtis Hanson), το Σιν Σιτι (Sin City-2005 Frank Miller,
Robert Rodriguez Quentin Tarantino)σκόπιμα αντιγράφουν την ατμόσφαιρα του και
αναγνωρίζονται ως νέα νουάρ.
Ο όρος νουάρ δόθηκε από τους γάλλους κριτικούς
κινηματογράφου στα τέλη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Ύστερα από τα χρόνια
αποκλεισμού της Γαλλίας λόγω της Γερμανικής Κατοχής, στις γαλλικές
κινηματογραφικές αίθουσες άρχισαν να συρρέουν οιΑμερικάνικες ταινίες όλες μαζί ανεξάρτητα από
το χρόνο παραγωγής τους. Οι γάλλοι κριτικοί είχαν την ευκαιρία να τις δουν όλες
μαζί και συγκρίνοντας τις να διακρίνουν πρώτοι ένα ενιαίο στυλ. Το στυλ αυτό το
ονόμασαν νουάρ (μαύρο) λόγω των ομοιοτήτων που διέκριναν ανάμεσα στις ταινίες
αυτές και σε κάποια μυθιστορήματα δημοσιευμένα σε λαϊκά αστυνομικά περιοδικά
που είχαν αναδημοσιευτεί σε αντίστοιχα γαλλικά με το τίτλο «Μαύρη σειρά».
Το να ορισθεί τι ακριβώς είναι το φιλμ νουάρ είναι αρκετά
δύσκολο. Οι γάλλοι κριτικοί υπερ-απλουστεύοντας λέγανε ότι τα έργα αυτά είναι
ονειρικά, περίεργα, ερωτικά, αμφιλεγόμενα και σκληρά. Οι λέξεις αυτές όμως
περιγράφουν μόνο σε ένα βαθμό το είδος και κάποιες ταινίες που μπορεί να
ανήκουν στο χώρο του νουάρ δεν είναι απαραίτητο να διαθέτουν όλα αυτά τα
στοιχεία και μάλιστα στον ίδιο βαθμό.
Η αισθητική
Η αισθητική του νουάρ είναι σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένη
από τον Γερμανικό Εξπρεσιονισμό. Πολλοί μεγάλοι γερμανοί σκηνοθέτες ( Lang, Wilder, Prenimger κ.α.) οι οποίοι είχαν διαπρέψει στο είδος κατέφυγαν στην
Αμερική είτε για να διαφύγουν του πολέμου είτε γιατί υποχρεώθηκαν από το Hollywood να δουλέψουν στην Αμερική σε αντάλλαγμα για την
οικονομική στήριξη που πρόσφεραν οι Αμερικάνικες εταιρείες στην Universum Film
AG. Οι σκηνοθέτες αυτοί μετέφεραν την αισθητική του Γερμανικού εξπρεσιονισμού
που πέρασε σε μια πιο ήπια μορφή καταρχάς στις ταινίες τρόμου, στις
γκανγκστερικές ταινίες και τελικά αναδύθηκε με περισσότερη ακόμη έμφαση στο
φιλμ νουάρ. Το φιλμ νουάρ κληρονόμησε από τον Γερμανικό Εξπρεσιονισμό το έντονο
κοντράστ, τις φωτοσκιάσεις που συναντάμε και στα άλλα προηγούμενα είδη αλλά και
την παραμόρφωση της εικόνας με τις περίεργες γωνίες λήψης, τα καθρεφτίσματα, τα
λοξά καδραρίσματα, τις κλειστές συνθέσεις κάδρου, τις λήψεις με ευρυγώνιο φακό
κ.τ.λ.
Σύντομαέρχεται να
προστεθεί μια ακόμα επίδραση η οποία είναι πιο ήπια. Οι ταινίες του Ποιητικού
Ρεαλισμού έρχονται στην Αμερική και προτείνουν ένα τρόπο κινηματογράφησης πιο
οικονομικό. ΤοHollywood που στις αρχές του ’50 περνάει μια οικονομική κρίση λόγω
της εμφάνισης της τηλεόρασης ενσωματώνει ορισμένες από τις ιδέες αυτές στο
δημοφιλές κινηματογραφικό στυλ της εποχής, στο φιλμ νουάρ. Τα γυρίσματα πραγματοποιούνται
ολοένα και περισσότερο σε φυσικά πραγματικά ντεκόρ και όχι σε τρισδιάστατα
σκηνικά μέσα σε στούντιο. Η τεχνική της προσομοίωσης του νυχτερινού φωτισμού
αντικαθίσταται με πραγματικά νυχτερινά γυρίσματα. Άσημοι ηθοποιοί προτιμούνται
σε σχέση με τα μεγάλα ονόματα.
Ακόμα και ο CitizenKane φαίνεται να είχε κάποια στυλιστική επίδραση
στην εξέλιξη του Φιλμ νουάρ.
Ο Ήχος
Ιδιαίτερη σημασία στην αισθητική του νουάρ έχει η ηχητική
μπάντα. Συχνά ακούγεται η φωνή ενός αφηγητή (Voice-over). Υπάρχει επίσης
υποβλητική μουσική. Πέρα όμως από αυτό κάποιοι θόρυβοι μεγεθύνονται ώστε να
συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα ( η πόρτα που κλίνει, τα βήματα στον έρημο δρόμο, τα
φρένα του αυτοκινήτου που στριγγλίζουν κ.α.)
Η Δομή και Η
Αφήγηση
Το φιλμ νουάρ διαθέτει τόσα flashback που σχεδόν καταστρατηγείται η γραμμική
εξέλιξη της ιστορίας και η αφήγηση καταλήγει αποσπασματική. Συχνά ολόκληρη η
ταινία αποτελεί ένα flashback. Στα έργα αυτά επίσης συχνά ακούγεται η φωνή ενός
αφηγητή (συνήθως σε αφήγηση πρώτου προσώπου) που διηγείται ολόκληρη την ιστορία
του έργου στον θεατή.
Η υπόθεση, Οι
χαρακτήρες, Οι τοποθεσίες
Το έγκλημα και συνήθως ο φόνος είναι το βασικό συστατικό
των ιστοριών των ταινιών αυτών. Η εξιχνίαση όμως του μυστηρίου λειτουργεί ως
αφορμή για να ξεδιπλωθούν οι πτυχές των χαρακτήρων του έργου και να δοθούν οι
κοινωνικές συνθήκες.
Συνήθως ο πρωταγωνιστής είναι ο ιδιωτικός ντέντεκτιβ
χωρίς όμως να συμβαίνει αυτό σε όλα τα έργα του είδους. Ο κεντρικός χαρακτήρας
αναλαμβάνει τη λύση του μυστηρίου είτε γιατί πληρώνεται, είτε για να καθαρίσει
το όνομα του είτε ακόμα και για να εκδικηθεί το φίλο του που σκοτώθηκε ή
κατηγορήθηκε άδικα. Ο πρωταγωνιστής αυτός δεν είναι κάποιος θετικός χαρακτήρας.
Συχνά μοιάζει απομονωμένος, να κινείται στις παρυφές της κοινωνικής αποδοχής.
Συχνά επίσης δεν είναι ηθικά άμεμπτος όπως είναι συνήθως οι κεντρικοί χαρακτήρες
του Αμερικάνικού κλασικού κινηματογράφου. Μπορεί να διαπράττει πράξεις ηθικά
επιλήψιμες έχει όμως τον προσωπικό του κώδικα τιμής τον οποίο υπηρετεί με κάθε
κόστος. Σε μια κοινωνία διεφθαρμένη επιχειρεί να αποκαλύψει τη διαφθορά στο
βαθμό που μπορεί ανεξάρτητα από το κόστος. Γνωρίζει όμως ότι όσο και εάν
προσπαθεί δεν μπορεί να αλλάξει τις καταστάσεις και να διορθώσει τον τρόπο που
λειτουργεί η κοινωνία. Στην ουσία ο ιδιωτικός ντέντεκτιβ του φιλμ νουάρ
αποτελεί μια συνέχεια του γκάνγκστερ του γκανγκστερικού είδους των
προηγούμενωνχρόνων. Είναι ένας
μοναχικός ημι-παράνομος και ήμι-θετικός ήρωας που πολέμα μέσα στο αστικό τοπίο,
μέσα σε μια κοινωνία διεφθαρμένη.
Η μοιραία γυναίκα
(femmefatal) είναι επίσης ένας χαρακτήρας τυπικός του είδους που και
πάλι δεν εμφανίζεται όμως σε όλες τις νουάρ ταινίες. Σε κάποιες περιπτώσεις η
μοιραία γυναίκα χρησιμοποιεί τη σαγήνη της και την επίδραση που έχει στους
άνδρες για να διαφύγει των εγκλημάτων της. Είναι ψυχρή και υπολογίστρια. Άλλοτε
αν και αθώα φέρνει μαζί της ένα μυστικό ή ένα παρελθόν το οποίο και πάλι
αποδεικνύεται καταστροφικό για τον άνδρα.
Οι ιστορίες του νουάρ τοποθετούνται στη ζούγκλα και το
λαβύρινθο των μεγαλουπόλεων. Μέρη όπως ύποπτα ξενοδοχεία, μπαρ, μπιλιαδάρδικα,
μέρη τζόγου, νυχτερινά κέντρα εμφανίζονται συχνά ως τοποθεσίες των νουάρ
ιστοριών.
Κοσμοθεωρία,
Τόνος και ηθική
Το φιλμ νουάρ είναι ουσιαστικά απαισιόδοξο. Παρουσιάζει
μια κοινωνία η οποία είναι διεφθαρμένη. Κανείς χαρακτήρας δεν είναι απόλυτα
θετικός. Το τέλος σπάνια είναι ολοκληρωτικά ευτυχές και θετικό. Ο ήρωας συχνά
εμπλέκεται σε μια κατάσταση στην οποία δεν επιθυμεί, αντιμαχόμενος μια μοίρα η
οποία τον οδηγεί σε κάποιο αδιέξοδο. Η πεσιμιστική διάθεση του νουάρ μπορεί ως
ένα βαθμό να κληρονομήθηκε από το γκανγκστερικό είδος αλλά φαίνεται ότι
ανταποκρίνεται στην ζοφερή ατμόσφαιρα που κατείχε ένα μεγάλο μέρος της
αμερικάνικής κοινωνίας μετά το τέλος του δεύτερου πολέμου. Καθώς το είδος
αναπτύσσεται κυρίως στα χρόνια από το ’40 έως το ’50 εκφράζει συχνά φόβους για
την τεχνολογική ανάπτυξη, εξαιτίας της ατομικής βόμβας, αλλά και την υστερία
κατά της κόκκινης απειλής. Τα πρώτα χρόνια όσο οι ταινίες υποχρεούνται να
ακολουθήσουν τον κώδικα Χέιζ το έγκλημα, η παρανομία και τα ηθικά παραπτώματα
τιμωρούνται έστω και με κάποιο έμμεσο, απίθανο, τρόπο που εκφράζει την θεϊκή
δικαιοσύνη. Όσο όμως πλησιάζουμε προς τον ’50 το κακό θριαμβεύει και παραμένει
ατιμώρητο μετατρέποντας τις ταινίες αυτές σε ακόμα πιο πεσιμιστικές.
Το video είναι ένα απόσπασμα από το Sunset Blvd,
όπου διακρίνεται το voice over, αλλά και το γεγονός ότι η αφήγηση αναφέρεται στο παρελθόν, μετατρέποντας όλη την ταινία σε ένα μεγάλο flash back.
Το Χόμπιτ είναι
μια χωρίς έμπνευση επιστροφή στην αισθητική της τριλογίας του Άρχοντα των
Δακτυλιδιών.
Υπόθεση:
Το πρώτο μέρος
από την τριλογία του Χόμπιτ είναι αφιερωμένο στο ταξίδι του Μπίλμπο Μπαγκινγκς
προς το Βουνό της Μοναξιάς. Αν και ο Μπίλμπο είναι ένα αξιοπρεπές Χόμπιτ, που
αποφεύγει τις περιπέτειες , συμμετέχει σχεδόν άθελα του σε μία εξαιτίας του
Μάγου Γκάνταλφ. Ο Γκάνταλφ τον παρουσιάζει σε μια συμμορία από 12 νάνους ως
διαρρηκτή, και τον εμπλέκει στην προσπάθεια τους να πάρουν πίσω το θησαυρό και
τη μητρόπολη του λαού τους, την οποία έχει κατακτήσει ένας μοχθηρός
δράκος.Σε αυτό το πρώτο μέρος, οι
θεατές παρακολουθούν το ταξίδι των νάνων και τις περιπέτειες και μάχες τους με
τα τρολ, τα ορκ και τα τελώνια. Εδώ, επίσης εμπεριέχεται η σκηνή με το Γκόλουμ,
όπου ο Μπίλμπο βρίσκει το διαβόητο δαχτυλίδι. Μέσα από τις μάχες και τις
περιπέτειες ο Μπίλμπο μετατρέπεται από απρόθυμο συνοδοιπόρο σε γενναίο
υποστηρικτή των νάνων κερδίζοντας έτσι επάξια τη θέση του στη συντροφιά τους.
Το
σενάριο:
Oι σεναριογράφοι
φροντίζουν επιμελώς να παραμείνουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στο βιβλίο του Tolkien,
καθώς γνωρίζουν ότι οι οπαδοί του συγγραφέα πιθανότατα δεν θα συγχωρούσαν
οποιαδήποτε παρασπονδία. Η πιστότητα αυτή μπορεί να λειτούργησε καλά στην
τριλογία του Άρχοντα, εδώ όμως δεν βοηθά ιδιαίτερα την ταινία. Ο Tolkien έγραψε
το Χόμπιτ, το πρώτο έργο πουαναφερόταν
στη Μέση Γη, για τα παιδιά του, με αποτέλεσμα η ιστορία του βιβλίου αυτού να
είναι πολύ πιο απλοϊκή από αυτή της τριλογίας. Διατηρώντας, λοιπόν ανέπαφο το
βιβλίο στην κινηματογραφική μεταφορά του, το σενάριο δεν κατορθώνει να
προσδώσει βάθος στην ιστορία ή ηθικός βάρος ανάλογο με αυτό που διαθέτουν οι
ήρωες στην κεντρική τριλογία. Σίγουρα ο «βολεμένος» Μπίλμπο Μπάγκινς είναι
λιγότερο ενδιαφέρων χαρακτήρας από τον Φρόντο που αν και γνωρίζει ότι είναι
αδύναμος αποφασίζει να αναλάβει όλο το βάρος του κόσμου επάνω του. Επιπλέον ο
κάθε σύντροφος του Φρόντο είναι σαφώς διακριτός κουβαλώντας τις δικές του επιθυμίες, πειρασμούς, βάρη και
ευθύνες. Στο Χόμπιτ δυστυχώς οι νάνοι είναι μια ομάδα με λίγα ξεχωριστά ατομικά
χαρακτηριστικά με αποτέλεσμα να λειτουργούν μόνο σαν ένα φόντο πάνω στο οποίο
προβάλλονται οι κεντρικοί ήρωες, ο Μπίλμπο, ο Γκάλνταφ και ο Θόριν. Τα μειονεκτήματα αυτά που σε ένα βαθμό έχουν
κληρονομηθεί από το ίδιο το βιβλίο θα μπορούσαν ίσως να ξεπεραστούν εάν η
εταιρία ή ο σκηνοθέτης επέλεγαν να καλύψουν όλη την ύλη του βιβλίου σε μια
–έστω τρίωρη-ταινία. Με τον τρόπο αυτό η δράση θα συμπυκνωνόταν, κάποια
λιγότερα σημαντικά γεγονότα θα παραλείπονταν και οι αδυναμίες του σεναρίου θα
καλύπτονταν από μια ταινία που θα όφειλε να εκμεταλλευτεί πλήρως τον κινηματογραφικό
της χρόνο.Ήταν, όμως, πολύ δύσκολο η
εταιρεία και ο σκηνοθέτης να εγκαταλείψουν την επιτυχημένη συνταγή των
προηγούμενων ταινιών και να αντιμετωπίσουν το Χόμπιτ με φρέσκο μάτι, σαν νέο υλικό.
Η σκηνοθεσία:
Το γεγονός ότι το
Χόμπιτ δημιουργήθηκε με στόχο να είναι τμήμα της ίδιας σειράς με τις
παλαιότερες ταινίες αποδεικνύεται όχι μόνο από τη δομή του (μια τριλογία τρίωρων
ταινιών που δεν μπορεί να υποστηριχτεί ούτε καν από το όγκο του βιβλίου σε
σύγκριση με το μέγεθος των άλλων βιβλίων) αλλά και από την επιλογή του ίδιου
σκηνοθέτη. Ο Τζάκσον ξαναγυρνάει στην ίδια αισθητική, στη φύση της Ν.
Ζηλανδίας, στην γεμάτη πράσινο φωτογραφία, στα ίδια πανοραμικά πλάνα των μαχών
και των κυνηγητών. Ακόμα και συγκεκριμένα πλάνα αντανακλούν ή αντιγράφουν πιστά
πλάνα της παλαιότερης τριλογίας: Τα λαγούμια των τελωνίων είναι όμοια με τον
χώρο που ο Σαρούμαν έφτιαχνε τα ορκ του, το πλάνο που ο Γκάλνταφ μιλάει στην
πεταλούδα και μετά πέφτει στο κενό για να τον παραλάβουν οι αετοί κ.α. Με λίγα
λόγια αντί ο Τζάκσον να επινοήσει κάτι διαφορετικό και να δημιουργήσει νέες
αναπάντεχες εικόνες, επιλέγει να επαναπαυτεί στις προηγούμενες ιδέες του.
Η μόνη καινοτομία
βρίσκεται στην τεχνολογία της εικόνας. Το Χόμπιτ θα έχει τη δυνατότητα να
προβληθεί όχι μόνο σε 3Dαλλά και σε μεγαλύτερη αναλογία καρέ ανά δευτερόλεπτο (48/1 και όχι
24/1, που είναι το στάνταρ) με αποτέλεσμα –υποτίθεται-την ακόμα καλύτερη
ποιότητα εικόνας. Προσωπικά, με αφήνει σχετικά αδιάφορη η τεχνολογία του 3D και με απασχολεί περισσότερο η αισθητική
από το νέο τεχνολογικό τέχνασμα.
Για όσους
λάτρεψαν την τριλογία του Άρχοντα και επιθύμησαν διακαώς να επιστρέψουν έστω
και με συμβιβασμούς στον ίδιο κόσμο, το Χόμπιτ εκπληρώνει πλήρως τους σκοπούς
του. Για τους υπόλοιπους, το έργο αποδεικνύεται ανεπαρκές, αργό και χωρίς
ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ένα
κινηματογραφικό δοκίμιο που προκαλεί διανοητικά τον θεατή και που επιχειρεί να
εμβαθύνει στησύγχρονη κοινωνική και
πολιτική κρίση.
Η υπόθεση
Το όλο έργο
στηρίζεται σε ένα εμφατικό και γεμάτο χειρονομίες μονόλογο του Slavoj Zizek. Ο Zizek
παρουσιάζει τις ιδέες και τα ερωτήματα που τον ενδιαφέρουν και στη συνέχεια
επιχειρεί να τα εξηγήσει ή να δώσει παραδείγματα για αυτά μέσα από εικόνες της
ποπ κουλτούρας, δηλαδή μέσα από κινηματογραφικές ταινίες, γνωστές διαφημίσεις
και εικόνες ειδήσεων που γύρισαν τον κόσμο. Ορισμένες από τις ιδέες που
αναλύονται είναι: α) τι είναι το σύστημα ιδεών (ideology), πως κρύβεται
στην καθημερινότητά μας και πώς την ορίζει,β) ότι ο δυτικός πολιτισμός στηρίζεται σε ένα κυνήγι απόλαυσης και στην
ικανοποίηση ψεύτικα δημιουργημένων επιθυμιών, γ) ότι η ξενοφοβία είναι μια
ψεύτικη κατασκευή που συγκεντρώνει τους φόβους του κοινωνικού συνόλου και τους
απλοποιεί χωρίς στην ουσία να αποτελεί την κύρια απειλή δ) ότι η θρησκευτική
πίστη δεν σημαίνει αυτόματα ηθική καθώς τα μεγαλύτερα εγκλήματα έχουν
συντελεστεί υπό «θεϊκή επιταγή», δ) τι είναι ολοκληρωτισμός και πως ιδέες που
ολοκληρωτικά καθεστώτα χρησιμοποίησαν δεν είναι απαραίτητα απορριπτέες. Πέρα
από αυτές τις κεντρικές ιδέες, πραγματοποιούνται πολλά ακόμα σχόλια σε σχέση με
τον καταναλωτισμό, την πολιτική των μεγάλων εταιρειών και τις κοινωνικές
αναταραχές.
Η
σκηνοθέσια
Η σκηνοθέτης Sophie
Fiennesπροσπαθεί να ελαφρύνει το
δοκίμιο αυτό με μια δόση χιούμορ. Εφόσον το όλο έργο στηρίζεται στον αφηγητή Zizek,
τον τοποθετεί μέσα στα κινηαι μεταφέροντας μια λεπτή ειρωνεία. Το
σόφισμα αυτό σε συνδυασμό με ένα αρκετά γρήγορο μοντάζ επιδιώκει να κρατήσει το
προσοχή του θεατή που μερικές φορές βουλιάζει υπό το υπερβολικό βάρος των
πληροφοριών που λαμβάνει από το λόγο του Zizek.
Παρά ταύτα το ThePervert'sGuidetoIdeologyμε δυσκολία ισορροπεί ανάμεσα σε δύο
αντίθετούς πόλους. Από τη μια το νοηματικό του βάρος το καθιστά σε μεγαλύτερο
βαθμό μια πανεπιστημιακή διάλεξη και σε μικρότερο βαθμό ένα ντοκιμαντέρ. Οι
επιρροές του Zizek από τη φιλοσοφία του Hegel, την κοινωνικό-πολιτική θεώρηση του Marx και την ψυχαναλυτική θεωρία του Lacan είναι
άμεσα εμφανείς. Συνεπώς, δεν είμαι σίγουρη ότι μπορεί κάποιος να αντιληφθεί
πλήρως τα νοήματα που αναλύει εδώ ο Zizek, εάν δεν έχει ακούσει τις θεωρίες
αυτές. Από την άλλη ο Zizekτρέχει τόσο
πολύ από τη μία βαρυσήμαντη σύλληψη στην άλλη που σε ένα βαθμό απλοποιεί και
χάνει την επιστημονική αξιοπιστία του. Για να είναι κανείς δίκαιος, θα πρέπει
να αναγνωρίσει ότιτέτοιου είδους
συμβιβασμοί είναι αναγκαίοι σε ένα εγχείρημα σαν και αυτό, που επιθυμεί να
αγγίξειένα ευρύτερο κοινό. Κατορθώνει όμως πραγματικά να επιτύχει το στόχο
του, να κρατήσει το ενδιαφέρον και την προσοχή ενός μη μυημένου θεατή;
Το έργο είναι ένα
πολύ καλό παράδειγμα ανάλυσης εικόνων για όσους ασχολούνται ή σπουδάζουν σε
τομείς πολιτισμού, επικοινωνίας και ανθρωπιστικών επιστημών. Ταυτόχρονα ο μη
-υποψιασμένος θεατής θα στηριχτεί στα οπτικά παραδείγματα για να κατανοήσει,
έστω και ενστικτωδώς, τα πιο σημαντικά θέματα που παρουσιάζονται, και κυρίως
αυτά που συνδέονται άμεσα με την καθημερινότητά του. Εάν λοιπόν κάποιος
επιδείξει καλή θέληση και μια σχετική υπομονή θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει το The
Pervert's Guide to Ideology σαν μια μικρή γεύση για το πώς μπορεί κάποιος να
δει το σύγχρονο κόσμο αλλιώς, υπό τα
γυαλιά μιας κριτικής θεωρίας.
Την εβδομάδα αυτή
βγαίνει στους κινηματογράφους η ταινία TheTwilightSaga: BreakingDawn
- Part 2 ολοκληρώνοντας έτσι την κινηματογραφική μεταφορά μιας από τις πιο
δημοφιλείς σειρές βιβλίων με ήρωες βρικόλακες, που εκδόθηκαν τα τελευταία
χρόνια. Το TwilightSaga(Λυκόφως) της Stephenie Meyer είναι
ένα «σκοτεινό» εφηβικό ρομάντζο, ανάμεσα σε μια κοινή θνητή και ένα έφηβο
βρικόλακα. Αποδείχτηκε τόσο επιτυχημένο σε παγκόσμιο επίπεδο και διαβάστηκε
τόσο πολύ από τους έφηβους της Αμερικής αλλά και άλλων χωρών, που αυτόματα
σχεδόν μετατράπηκε σε ένα κοινωνικό φαινόμενο που έχρηζε διερεύνησης και ανάλυσης.
Ταυτόχρονα, η απίστευτη επιτυχία του άνοιξε την πόρτα στην κινηματογραφική ή
τηλεοπτική μεταφορά και άλλων βιβλίων με ήρωες βρικόλακες.
Αν και τα βιβλία
πρώτα και ύστερα οι ταινίες του TwilightSaga, δεν μπορούν να θεωρηθούν σε καμία
περίπτωση υψηλή λογοτεχνία ή καλός κινηματογράφος η έλξη τους είναι
αναμφισβήτητη και αποδεικνύεται από τα νούμερα πωλήσεων και των εισιτηρίων που
έχουν αποσπάσει. Το χειρότερο όμως είναι ότι η σειρά προτείνει παλιά κοινωνικά
πρότυπα και προωθεί συντηρητικές ιδέες. Ίσως οι ενήλικοι να αισθάνονται πιο
ασφαλείς με μια σειρά, που ενώ είναι η αγαπημένη των εφήβων παιδιών τους προβάλει
αξίες ενός πιο «αθώου» παρελθόντος, αλλά τέτοια μοντέλα είναι πραγματικά επιθυμητά;
Το TwilightSagaείναι το αποκορύφωμα μιας πορείας εξιδανίκευσης
του βρικόλακα που έχει ξεκινήσει από τον Barnabasτης τηλεοπτικής
σειράς DarkShadows (1966-1972). Σημαντικοί σταθμοί στην
πορεία αυτή ήταν επίσης οι βρικόλακες της AnneRiceπου τους υποδύθηκαν
οι γοητευτικοί ηθοποιοί TomCruiseκαι Brad Pitt στο InterviewwiththeVampire (1994) αλλά και ο χαρακτήρας του Angelστην δημοφιλή τηλεοπτική σειρά Buffy, the Vampire Slayer(1997–2003). Μέσα στο χρόνο και χάρη σε αυτά
τα βιβλία και έργα, ο βρικόλακας έχει μετατραπεί από το σύμβολο του απόλυτου
Κακού, του Αντί- Θεού, όπως ήταν στο Δράκουλα του Bram Stoker, σε ένα ρομαντικό
ήρωα, και ειδικά στο TwilightSaga, σε ένα υπεράνθρωπο άγγελο. Για να γίνει
αυτή η μετατροπή εφικτή άλλαξε η μορφή του βρικόλακα αλλά και η ίδια η
κοινωνία.
Ο βρικόλακας-
ήρωας, Edward, του TwilightSaga είναι πολύ διαφορετικός από τον βρικόλακα
που έχει συνήθως ο αναγνώστης- θεατής στο μυαλό του. Δεν έχει θρησκευτικές
προεκτάσεις και κατά συνέπεια δεν φοβάται το σταυρό και δεν είναι ευάλωτος στον
αγιασμό. Αντίθετα, έχει μεταφυσικές αναζητήσεις, ανησυχεί για την ψυχή του και
για αυτή της αγαπημένης του. Αναρωτιέται εάν θα κατορθώσει να πάει στον
παράδεισο. Δεν καίγεται από το φως, αλλά το αποφεύγει γιατί το δέρμα του λάμπει
κάτω από το φως του ήλιου προδίδοντας την υπεράνθρωπη υπόστασή του. Δεν είναι
μοναδικός, αλλά ζει είτε μέσα σε μια οικογένεια ή μέσα σε ένα ευρύ κοινωνικό
σύνολο, που αποτελείται κυρίως από τους ομοίους του και μερικούς θνητούς. Και
το κυριότερο, δεν σκοτώνει ανθρώπους για να τραφεί αλλά ακολουθεί δίαιτα που
στηρίζεται αποκλειστικά στο αίμα των ζώων.
Πολλά από αυτά τα
χαρακτηριστικά εμφανίζονται και σε άλλες μυθοπλασίες όπου ο βρικόλακας
παρουσιάζεται ως θετικός ήρωας, αλλά στο TwilightSaga, τα στοιχεία αυτά δίνονται με τέτοιο τρόπο ή με τέτοια έμφαση ώστε η μορφή
του βρικόλακα- ήρωα να μην περιέχει καμία ηθική αμφισημία, να είναι απόλυτα καλός. Για παράδειγμα, είναι ο
μοναδικός βρικόλακας που δεν παρουσιάζεται ως πλάσμα της νύχτας. Το φως της ημέρας
δεν αποδεικνύει τη σκοτεινή του φύση αλλά τον εξυψώνει σε ένα λαμπερό άγγελο. Οι
υπόλοιποι ήρωες- βρικόλακες τρέφονται από ανθρώπινο αίμα, χωρίς αυτό να
σημαίνει απαραίτητα ότι σκοτώνουν
ανθρώπους για να ζήσουν. Σε αντίθεση με τα πρώτα χρόνια του μύθου του βρικόλακα
όπου η απώλεια αίματος και οι προσπάθειες μετάγγισης του ήταν θανατηφόρες, η
πρόοδος της ιατρικής έχει αποδείξει στη κοινωνία ότι η μετάγγιση αίματος δεν
συνδέεται με τον θάνατο. Η αστραφτερή όμως εικόνα του Edwardδεν επιτρέπει επικίνδυνους
συσχετισμούς και κρατά το σύμβολο μακριά από τις κακοτοπιές. Ταυτόχρονα η
μαρτυρική εγκράτεια, που επιδεικνύει ο Edward, καθώς διαρκώς επιθυμεί το ανθρώπινο αίμα, τον
αναδεικνύει σε ακόμα μεγαλύτερο ήρωα. Σύμφωνα με τη χριστιανική ηθική, άλλωστε,
ο ασκητισμός και η προσωπική πειθαρχία είναι ορισμένες από τις ιδιότητες που
οδηγούν στην αρετή, μια ιδέα που φαίνεται να ενστερνίζεται απόλυτα και η ηρωίδα
του έργου Bella.
Η εγκράτεια του Edwardδεν αφορά μονάχα το φαί αλλά και το
σεξ. Όσο και εάν είναι ερωτευμένος με την Bellaκαι παρά τις δικές της πιέσεις
αρνείται να κάνει έρωτα μαζί της μέχρι να την παντρευτεί. Η επίσημη δικαιολογία
για τη σεξουαλική αποχή είναι ότι μέσα
στο πάθος θα του είναι δύσκολο να ελέγξει την υπεράνθρωπη δύναμή του και θα
τραυματίσει ή και θα σκοτώσει την αγαπημένη του. Το ίδιο το βιβλίο όμως
αποκαλύπτει ότι το πραγματικό του άγχος είναι ότι θεωρεί το σεξ εκτός του γάμου
αμαρτία. Φοβάται, συνεπώς, ότι θα βάλει σε κίνδυνο την μεταθανάτια μοίρα της ψυχής
της Bella. Είναι ιδιαίτερα
ενδιαφέρον πως ο βρικόλακας που συχνά έχει ερμηνευτεί ως το σύμβολο μιας πιο
διεστραμμένης ή πιο ελεύθερης από τα κοινωνικά πρότυπα σεξουαλικότητας,
μετατρέπεται εδώ σε μια προπαγάνδα κατά του προγαμιαίου σεξ. Σίγουρα στη μετά AIDSεποχή τέτοιες ιδέες βρίσκουν το
ακροατήριο τους και θεωρούνται κατάλληλες για το εφηβικό κοινό.
Πέρα όμως από το
θέμα του σεξ και της χριστιανική ηθικής το έργο διαθέτει και άλλες συντηρητικές
ιδέες. Το απόλυτο ιδανικό που προβάλλεται μέσα από τα βιβλία και από τις ταινίες
είναι η πυρηνική οικογένεια. Η ηρωίδα προέρχεται από μια διαλυμένη οικογένεια
καθώς οι γονείς της έχουν χωρίσει. Το διαζύγιο αυτό την κάνει να αισθάνεται αποκομμένη
από τους συνομήλικους της και το περιβάλλον της. Όταν γνωρίζει την οικογένεια
του Edward, τους βρικόλακες,
επιθυμεί διακαώς να πεθάνει, ώστε να μπορεί και εκείνη να ανήκει κάπου, να
ανήκει σε αυτή την οικογένεια των βρικολάκων. Το ευτυχές δε τέλος πραγματοποιείται
με την επίτευξη ενός στόχου που θυμίζει και πάλι άλλες εποχές. Με το που
τελειώνει το σχολείο, η Bellaπαντρεύεται και γίνεται μητέρα δημιουργώντας και η ίδια τηνπολυπόθητη πυρηνική οικογένεια. HBellaδεν στοχεύει να σπουδάσει, να δουλέψει, να γίνει ανεξάρτητη και να
χειραφετηθεί, αλλά βρίσκει την ολοκλήρωσή της στους παραδοσιακούς ρόλους της γυναίκας,
όντας μητέρα και σύζυγος.
Εκτός από την
κεντρική θεματολογία, που μοιάζει να γυρνάει στα κοινωνικά πρότυπα της δεκαετίας
του ’50, οι ταινίες και τα βιβλία διαθέτουν πολλά ακόμα μοτίβα που ανήκουν σε
ένα συντηρητικότερο παρελθόν (αλλά και μέλλον;). Για παράδειγμα, ύστερα από
πολλά χρόνια και πολλές μυθοπλασίες οι κακοί και πάλι είναι οι ξένοι. Στα έργα
του Christopher Lee ο
βρικόλακας, το σύμβολο του κακού, ήταν ένας αλλοπρόσαλλος ξένος, με ξενική
προφορά και περίεργη ενδυμασία που εισέβαλλε στην Αμερική ή στην Αγγλία και
σκότωνε νεαρές γυναίκες. Την εποχή εκείνη ο βρικόλακας ανάμεσα σε άλλα σηματοδοτούσε
το φόβο προς το ανοίκειο γενικότερα και προς τον ξένο αλλοεθνή ειδικότερα. Στους
Volturi, στους Ιταλούς αλλόκοτους βρικόλακες, που έχουν
τον ρόλο του υπέρτατου «κακού» στο TwilightSaga, επιβιώνει αυτός ο φόβος προς το ξένο.
Ένα ακόμα είδος
ρατσισμού εμπεριέχεται στην εκπληκτική εμμονή της σειράς με την ομορφιά και τη
νεότητα. Η μετατροπή ενός θνητού σε βρικόλακα δεν του χαρίζει μονάχα αιώνια
ζωή, πάγωμα στο χρόνο αλλά και μια υπεράνθρωπη ομορφιά. Ο δεύτερος λόγος που η Bellaεπιθυμεί να γίνει βρικόλακας είναι
γιατί με τον τρόπο αυτό θα γίνει όμορφη και κατά συνέπεια ιδιαίτερη. Τρέμει δε
το πέρασμα του χρόνου και φοβάται μην ξεπεράσει την ηλικία των 19, γεγονός που
τελικά επιτυγχάνει με το να γίνει βρικόλακας. Το ιδανικό λοιπόν σύμφωνα με τη
σειρά είναι η εξέλιξη του ανθρώπου να σταματάει στα τέλη της εφηβείας. Από κει
και πέρα αρχίζει η φθορά. Και το ιδανικό σώμα είναι ένα σώμα το οποίο είναι νέο
όμορφο και εντελώς αμετάβλητο, παγωμένο στο χρόνο.
Εάν λοιπόν
κάποιος επιχειρούσε να συνοψίσει το ίνδαλμα που γοήτευσε τους εφήβους του 2010
κάτω από το ένδυμα της επικής αγάπης και του δύσκολου έρωτα, θα κατέληγε στο εξής
υστερικό πρότυπο: Όμορφος, αιώνια αγέραστος νέος, θρησκόληπτος, που προσέχει με
εξαντλητικό τρόπο τη δίαιτα του, ανέραστος μέχρι το γάμο, με μοναδική επιθυμία
και φιλοδοξία να τεκνοποιήσει εντός των δεσμών του γάμου και ξενοφοβικός.